Παρασκευή, 29 Απριλίου 2011


...Κι έτσι λοιπόν, κωλυσιεργώντας αδικαιολόγητα, ως συνήθως, κάθομαι στον υπολογιστή. Να μαζεύω θα' πρεπε κανονικά, να τακτοποιήσω τα πράγματα σε κούτες, τώρα που έφτασε η ώρα της μετακόμισης. Αλλά τίποτε. Μόλις σήμερα θυμήθηκα με φρίκη (το είχα απωθήσει, βλέπεις) ότι την τελευταία φορά που μετακόμισα χρειάστηκε να έρθει το συνεργείο σε δύο διαφορετικές μέρες, γιατί δεν ήμουν έτοιμος. Απ' όσο ξέρω, μόνον εγώ έχω καταφέρει κάτι τέτοιο... Λες να γίνει και τώρα; Θα με σκοτώσει ο άλλος, που με περιμένει μετά φανών και λαμπάδων να πάω κι εγώ εκεί και να τακτοποιηθούμε το συντομότερο δυνατό. Αυτός φαντάζεται ότι σε μια μέρα, άντε δύο το πολύ, θα έχω βολέψει τα πάντα στη θέση τους και θα ζούμε σε ένα κανονικό σπίτι. Που να' ξερε ο πτωχός... Ποτέ δεν του έδειξα δυο-τρεις μικρές κούτες και κάποιες σακκούλες που έμειναν όπως ακριβώς ήταν την ώρα που τις έφερα εδώ: δεν τις άνοιξα ποτέ!...
Έλεγα στη μητέρα μου τις προάλλες όλο απελπισία ότι θα τα πετάξω όλα, δεν αντέχω πια όλα αυτά τα πράγματα που με περιτριγυρίζουν και με ακολουθούν όπου κι αν πάω, όσα σπίτια κι αν αλλάξω. Θέλω να τα ξεφορτωθώ πια, να μείνω με μια βαλίτσα. Ως συνήθως με γείωσε, λέγοντάς μου ότι εκείνη θέλει από το '50 να το κάνει αυτό, έχει ορκιστεί, έχει βλαστημήσει, έχει δοκιμάσει τα πάντα, αλλά ποτέ δεν το κατάφερε: πάντα μαζί της τα έχει όλα, τίποτε δεν πέταξε, γιατί απλά δε γινόταν. Φοβάμαι ότι κάποτε το σπίτι μου θα γίνει σαν το μαυσωλείο του Ceaousescu, μου το' λεγε παλιά ο Δ., αλλά δεν τον άκουγα...
Αυτό που μ' ενοχλεί είναι ότι περνάνε οι μέρες έτσι, χωρίς να κάνω τίποτε το ιδιαίτερο, καθώς το μυαλό μου είναι μονίμως εκεί. Τουλάχιστον, σήμερα που ήταν κάπως πιο αξιοπρεπής ο καιρός, έκανα μια μικρή βόλτα στο πάρκο γυρνώντας από τη δουλειά. Μ' αρέσουν οι μυρωδιές αυτής της εποχής. Εκείνο όμως που με ανέβασε πραγματικά ήταν ένα τριζόνι που ακουγόταν ανάμεσα στις φυλλωσιές. Δεν ξέρω γιατί, αλλά ο ήχος του πάντα με κάνει να γυρνάω κάπου πίσω, βαθειά μέσα. Όλα γίνονται πιο απλά, σκέτα, βασικά και ουσιώδη. Θα μπορούσα να τον ακούω για πάντα. Νομίζω ότι δεν υπάρχει άλλος ήχος που να προσομοιάζει στη σιωπή και να ταυτίζεται τόσο μαζί της.
Και τα βατραχάκια μ' αρέσουν, αλλά αυτά σίγουρα δεν είναι σιωπή. Αλήθεια, το' ξερες ότι ο βάτραχος στα Γεωργιανά λέγεται ''μπάκακα'' (ή περίπου, τέλος πάντων); Έτσι τον αποκαλούν και σε κάποια χωριά εδώ πέρα και το είχα ξεχάσει. Και στα Αλβανικά κάπως έτσι είναι η ονομασία. Προχθές το βράδυ κατέβασα μια σειρά βιβλίων ρωσικής γραμματικής. Θα προσπαθήσω να μάθω με τη βοήθεια του G., όσο καταφέρω, δεν έχει σημασία. Και τη δικιά του γλώσσα θα προσπαθήσω να μάθω, κι ας με δυσκολεύουν τα σύμφωνα και οι περίεργοι φθόγγοι και κάποιοι ήχοι τελείως ξένοι με μένα. Κάποτε ο κύριος Ε. είχε ξεκινήσει να μαθαίνει Ρώσικα για να μπορεί να διαβάζει Πούσκιν στο πρωτότυπο. Εγώ την ίδια εποχή ξεκίνησα μαθήματα Ιαπωνικών για να μπορώ να διαβάζω Mishima και Kawabata στο πρωτότυπο. Ούτε εκείνος ούτε εγώ φτάσαμε τους στόχους μας, αλλά κάτι κάναμε παρόλα αυτά. Τα συζητούσαμε κάποιο χειμωνιάτικο απόγευμα ακούγοντας μαζούρκες με τον Malcuzynski. Πάει καιρός από την τελευταία φορά που έπιασα να μελετάω ιδεογράμματα. Άλλη αίσθηση. Θα το ξανακάνω σύντομα, το ξέρω.
Οι επόμενες μέρες θα είναι δύσκολες και δε θα έχω internet. Ας είναι. Έχω ξαναπεράσει δύσκολα και στριμωγμένα. Τουλάχιστον τώρα έχω μια ευχάριστη προοπτική μπροστά μου, το ότι θα μοιραστώ τα πάντα με κάποιον. ''Θα χτίσουμε μαζί καινούργια πόλη'', είπε. Χαμογέλασα όταν το είπε. Χαμογελάω σπάνια τώρα πια, συνειδητοποίησα.

Τετάρτη, 20 Απριλίου 2011


Απόψε παραληρώ από τον πυρετό (λέμε τώρα, κάτι δέκατα είναι και πονόλαιμος), οπότε υπάρχει πολλή θολούρα στο κεφάλι μου (γιατί, ως γνωστόν, κατά τα άλλα βασιλεύει η τάξη και η οργάνωση). Πρέπει να κοιμηθώ, έχω αρχίσει να ξεχνάω πια πώς είναι αυτό. Όχι ότι δεν πέφτω στο κρεβάτι δηλαδή, ξεραίνομαι κιόλας, αλλά ο τρόπος που πέφτω, όλο έγνοιες για δουλειές που έχω καθυστερήσει μέχρι αίσχους και τέτοια, καθώς και ο τρόπος που σηκώνομαι (χτυπάνε δύο ξυπνητήρια, δεν τα κλείνω, και ξυπνάω δύο ώρες αργότερα κατά κανόνα μες στον πανικό), δε δίνει κανένα περιθώριο για φυσιολογικό ύπνο. Κάποιο πρωί άκουσα μεταξύ ύπνου και ξύπνιου τον Χασάπη να παραμιλάει απελπισμένος, ότι είναι λάθος η συχνότητα του ξυπνητηριού, κάτι δεν πάει καλά με τη συγκεκριμένη συχνότητα ή τον ήχο και ότι πρέπει να το αλλάξω. Δεν είμαι σίγουρος τι ακριβώς εννοούσε, αλλά λες;
Είναι φοβερό το πώς εγκαταστάθηκα σ' αυτό το σπίτι που είμαι τώρα. Έγινε ξαφνικά η μετακόμιση, μέσα στον πανικό, με όλα καινούργια εκείνη την εποχή: δουλειά, συνήθειες, σχέση. Έτσι συνέβαινε πάντα, ποτέ δεν κατάλαβα πώς κάποιοι άλλοι καταφέρνουν να κάνουν τις κινήσεις και τις αλλαγές τους μεθοδικά, βήμα-βήμα. Με μένα έπρεπε να γίνει το σώσε, κάτι σαν την έξοδο του Μεσολογγίου, για να κάνω το παραμικρό. Η Α., επισημαίνοντας κάποτε τις ομοιότητές μου με μια παλιά σιχαμένη γνωστή της, μου φώναζε ότι την όποια κίνησή μου την κάνω (όπως κι εκείνη η γνωστή της) με τζουμ-ταρατατζούμ και δράμα και μονίμως έτοιμος να βγω πια από τα παράθυρα. Μια φυσιολογική κίνηση δεν μπορώ να κάνω. Επιπλέον, ρίχνω κι ένα σιχτίρισμα σε όποιον τυχαίνει να βρίσκεται κοντά εκείνη τη στιγμή. Ως συνήθως, έλεγε την αλήθεια. Εν πάσει περιπτώσει, μπήκα σε τούτο το σπίτι, ούτε χρόνος δεν έχει περάσει ακόμη και παρόλα αυτά δεν έκανα σχεδόν τίποτε από αυτά που κάνω συνήθως: οργάνωση μέχρι και της τελευταίας λεπτομέρειας, της τελευταίας γωνιάς με τρόπο που να μου λέει κάτι, να νοιώθω άνετα. Παρόλο που μου άρεσε, παρόλα τα σχέδια για το μέλλον, ηπατήθην. Κάποιες γωνιές έμειναν όπως ήταν, κάποιες άλλες τελείως άδειες, σε δύο μέρη κρέμονται ακόμα οι γλόμποι, δεν έβαλα ποτέ τα αμπαζούρ. Αδιανόητο. Ήταν λες και ένοιωθα ότι θα φύγω γρήγορα.
...Και φεύγω γρήγορα: σε μιάμιση βδομάδα πρέπει να μετακομίσω. Δεδομένου ότι μπορώ χαλαρά να γεμίσω με τα πράγματά μου ακόμη και το Μπάκιγχαμ ή τις Βερσαλλίες, καταλαβαίνεις τι σημαίνει αυτό. Δεν έχω κάνει τίποτε ακόμη και θέλω να βγω στο δρόμο ουρλιάζοντας από τρόμο. Typical. Τον έχω ζήσει τόσες πολλές φορές αυτόν τον πανικό, που δε μου κάνει καμία αίσθηση τώρα πια. Απλώς πανικοβάλλομαι μηχανικά, το δηλώνω και συνεχίζω κανονικά στους ρυθμούς μου.
Στις δύο τελευταίες συνεδρίες μιλούσα για τις τακτικές σοκ που επιβάλλω στον εαυτό μου, υποθέτω σαν προσπάθεια αντιμετώπισης πραγμάτων που φοβάμαι. Εδώ έχουμε μια ακόμα τέτοια περίπτωση - και μάλιστα από τις πολύ ισχυρές: μετακομίζω για να συζήσω με κάποιον που δεν ξέρω σχεδόν καθόλου. Μπορεί να δουλέψει, μπορεί και να επέλθει η καταστροφή. Ας επέλθει ό,τι θέλει, εγώ θα το κάνω το βήμα. Έτσι κι αλλιώς πάντα τα έκανα αυτά που είχα στο μυαλό μου, στραμπουληγμένα ή με πιο υγιείς τρόπους, πάντως τα έκανα. Πήγα να κάνω και μια τρίπλα στον ψυχαναλυτή, τον προκάλεσα υπονοώντας ότι πήρε θέση στην ανακοίνωσή μου για τη μετακόμιση-συμβίωση, αλλά δε μάσησε ο τύπος και μου τη βγήκε πολύ άσχημα, με τάπωσε κανονικά. Μου' βγαλε κι άλλα στη φόρα, που δεν τα ήθελα καθόλου μπροστά μου εκείνη την ώρα. Καλά να πάθω.
Θα ζήσω λοιπόν με τον Zeitvampir και ό,τι θέλει ας γίνει. Πλάκα θα' χει σε κάθε περίπτωση. Το πολύ-πολύ σε λίγο καιρό από τώρα να σου γράφω πάλι από κάποιο δωμάτιο μόνος μου, έχοντας αφήσει πίσω μου και αυτή την aventure. Για σπηλιά μας διαλέξαμε ένα ρετιρέ με μια βεράντα τόσο αχανή, που σε πιάνει άγχος όταν τη βλέπεις γιατί νοιώθεις ότι κάτι πρέπει να κάνεις για να τη γεμίσεις. Εννοείται ότι έχουμε και οι δυο άποψη για όλα, για την οργάνωση και το design, θέλουμε και οι δυο πολλά, πάρα πολλά, οπότε γίνεται ήδη το μακελειό. Προβλέπονται πολύ αιματηρές στιγμές για επικράτηση σε κάποιο χρώμα ή κάποια τέτοια ηλίθια λεπτομέρεια.
Όπως και να' χει, σε λιγότερο από ένα χρόνο ξαναζώ μια αλλαγή, με όλα σχεδόν τα πράγματα καινούργια. Εκτός από τον καναπέ της Ανθής: ανήκε στην προαναφερόμενη, σε μια φάση δραματική της ζωής της, όπου έφυγε πρώτη φορά από το σπίτι της για να ζήσει μόνη της. Εγώ δεν την ήξερα τότε, τη γνώρισα όταν τελείωσε ακόμη δραματικότερα η φάση και ξαναγύρισε στους γονείς της, οπότε και μου έδωσε τον καναπέ, για να εξοπλίσω το πρώτο μου σπίτι. Τα είχε με τον Φ., τον καλύτερο φίλο μου από το στρατό. Η σχέση τους ήταν προαιώνια, οι απαρχές της χάνονταν στα βάθη του χρόνου και, όπως κάθε τέτοια σχέση, έτσι κι αυτή ήταν γεμάτη πράγματα, ρουτίνες, συνήθειες, αντίρροπες δυνάμεις, μίση και έρωτα. Ξέρω εγώ από αυτά, το ίδιο περίπου ζούσα με τη γυναίκα μου τότε. Δεν ξέρεις πόσες ατέλειωτες ώρες έχω περάσει σε κάποιο σιδερένιο κρεβάτι του Ελληνικού Στρατού, με τον Φ. σε κάποιο άλλο ίδιο σιδερένιο κρεβάτι από πάνω μου, από κάτω μου, δεξιά μου ή αριστερά μου να προσπαθεί να εξηγήσει τη σχέση του με την Ανθή. Καμιά φορά ήταν και στο παραδιπλανό κρεβάτι, ενώ ανάμεσα υπήρχε κάποιος άλλος φαντάρος, που μετά την πρώτη ώρα εκλιπαρούσε για έλεος, θα έκανε ό,τι του ζητούσαμε, ακόμη και τη σκοπιά μας, αρκεί να το βουλώναμε πια. Αν ο ενδιάμεσος φαντάρος ήταν ο Β. Λ., η κατάσταση έβγαινε από κάθε όριο, ήταν καλύτερο κι από τον πιο δυνατό συνδυασμό κουμπιών ή άλλης χημείας. Ο Φ. τότε, πέρα από τη σχέση αγάπης-μίσους-εξάρτησης-αλληλοτυραννείας-εκμετάλλευσης-σαδομαζοχισμού που βίωνε με την Ανθή, είχε να αντιμετωπίσει κι ένα επιπλέον ζήτημα: διατηρούσε παράλληλη σχέση ήδη από ένα χρόνο με τη Σ. και το ξέρανε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, δίνοντας άλλη ένταση στον ήδη υπάρχοντα χαμό. Εγώ από την πλευρά μου ήμουν πιο ήρεμος εκείνη την εποχή, απλά μου είχε κάτσει το ότι η Χ. έλειπε ήδη πάρα πολύ καιρό στο Παρίσι για μεταπτυχιακά και μου είχε γίνει έμμονη ιδέα το ότι αποξενωθήκαμε και ότι δε θέλω πια να διατηρώ αυτό το long-distance πράγμα που δεν οδηγεί πουθενά, τρωγόμουνα δε να το ωθήσω στα άκρα. Βλέπεις, από μικρός είχα την κλίση για δραματικές αλλαγές. Το ''θα τη χωρίσω'' ήταν κουβέντα που έβγαινε τόσο συχνά από τα χείλη μου, ώστε έμεινε σλόγκαν. Την άκουγες και στις τουαλέττες και παντού. Ακόμη το λένε ο Φ. και ο Α. (ο έτερος κολλητός συμφαντάρος) κάθε φορά που βρισκόμαστε, είναι δε τόσο σιχαμένοι, που μιμούνται στην εντέλεια και το ξινισμένο ύφος μου, μαζί με το δράμα και το απόλυτο της δήλωσής μου. Δεν τη χώρισα τελικά, γύρισε ένα χρόνο αργότερα και περάσαμε έκτοτε ζωή χαρισάμενη, μέχρι που χωρίσαμε.
(Κάτι δεν πάει καλά με την τελευταία φράση, αισθάνομαι, αλλά όντας υπό το κράτος πυρετού και παραισθήσεων δεν είμαι σε θέση να εντοπίσω πού υπάρχει το πρόβλημα. Θα επανέλθω).
Έτσι που λες, τελειώσαμε το στρατό, το δίλημμα του Φ. παρέμενε, το ίδιο και τα μαλλιοτραβήγματα. Τίποτε δεν άλλαξε, εκτός από τον καναπέ, ο οποίος βρήκε καινούργια θέση στο σπίτι μου. Κάποια στιγμή χωρίσανε, ο Φ. ερχόταν για παρηγοριά σε μένα, οπότε ξάπλωνε και πάλι στον καναπέ της Ανθής, τον ίδιο καναπέ που είχε ζήσει τη σχέση τους με τα όλα της. Στον ίδιο καναπέ έκατσε και το περασμένο φθινόπωρο, όταν τους είχα μαζέψει εκτάκτως αυτόν και τον Α. για να βγάλουμε ετυμηγορία στο θέμα του Χασάπη, να κλαφτώ και να ξεσπάσω. Μ' έβρισε και με κατηγόρησε ότι το κάνω επίτηδες και ότι νοιώθει όπως όταν οδηγεί στις στροφές της Κατάρας: πηγαίνει, πηγαίνει και όλο αισθάνεται ότι γυρνάει προς τα πίσω, χωρίς να φτάνει ποτέ στον προορισμό του.
Αυτός ο καναπές λοιπόν έχει ζήσει τα πάντα: συζητήσεις, καυγάδες, φιλοξενούμενους, διωγμένους από τη συζυγική κλίνη, πάρτυ, συγκεντρώσεις, ξενύχτια, αλκόολ, ναρκωτικά ελαφρά και ενίοτε πιο βαριά, πρωινούς καφέδες και σεξ, πολύ σεξ: μεταξύ ζευγαριών, μεταξύ παρανόμων ζευγαριών, one night stands, παρτούζες, σεξ μεταξύ αντρών και γυναικών, μεταξύ αντρών μόνο, μεταξύ δύο και ενός (σε όλους τους συνδυασμούς, ανάλογα με την περίπτωση), γενικώς είναι λίγο σαν εγκυκλοπαίδεια. Και από ζώα ξέρει, τουλάχιστον τέσσερις γάτες έχουν λειώσει στον ύπνο πάνω του επί χρόνια, καθώς και δύο σκυλιά. Ακόμη και φωτογραφία του Χασάπη έχω ξαπλωμένο πάνω του και ανεβασμένη στο Flickr, επισήμως με τη λεζάντα από κάτω: ''Ο Χασάπης στον καναπέ μου''. Το τελευταίο που έζησε ήταν σεξ με την υπόκρουση του ''Θαυμαστού Μανδαρίνου'' του Bartok. Αυτό ήταν arguably και το πιο kinky πράγμα που έχω κάνει. Δεν ξέρω. Θα το ξανασκεφτώ και θα σου πω, αλλά έτσι μου φαίνεται τώρα.
Θα πάρω λοιπόν στην πλάτη μου για μια ακόμη φορά αυτό το μνημείο και θα επανεγκατασταθώ κάπου αλλού. Για να δούμε, τι θα δει.

Τρίτη, 5 Απριλίου 2011


Να ξέρεις, το αποψινό post είναι κατά κάποιο τρόπο υπαγορευμένο: υπάρχει κάποιος που με πίεσε να γράψω, με πιέζει εδώ και μέρες να γράψω κάτι, αν και μόλις και μετά βίας κατάφερα να βρω λίγη ησυχία και λίγο χρόνο στο σπίτι. Είναι τέτοιες οι μέρες αυτές, που η μόνη αίσθηση που έχω είναι ότι μονίμως ετοιμάζομαι για να φύγω είτε για τη δουλειά είτε για κάπου αλλού. Έχω ξεχάσει πώς είναι να κάθομαι με τον καφέ μου κι ένα τσιγάρο, έχω ξεχάσει τις μουσικές μου και ο γάτος, ο Σιμόν, με κοιτάει συνεχώς με μια φοβερή απαγοήτευση στα μάτια του που φεύγω πάλι.
Επιπλέον, αυτός ο κάποιος που με σπρώχνει να γράψω είναι κάπου εκεί έξω και με παρακολουθεί, το περιμένει αυτό εδώ, οπότε και δεν είμαι ακριβώς ελεύθερος να πω ό,τι να' ναι. Ή είμαι πιο ελεύθερος από ποτέ; Θα δείξει.
Έτσι που λες, έβαλα τώρα λίγο David Sylvian να ακούσω. Η μουσική του καταλύει το καθετί και χτυπάει το υποσυνείδητο κατευθείαν. Όταν αγόρασα για πρώτη φορά άλμπουμ του στις 17 Ιανουαρίου του 1988 (αν και τον ήξερα από πιο πριν, τότε μόνο αποφάσισα να το αποκτήσω) και έβαλα να το ακούσω το ίδιο βράδυ, η ζωή μου δεν ήταν ποτέ ξανά η ίδια. Ίσως και τώρα να με χαλαρώσει λίγο, να με κάνει να αφεθώ λίγο περισσότερο, παρά τη στενή παρακολούθηση. Ακούω ένα αεροπλάνο να περνάει, αν και είναι προχωρημένη η ώρα και συνήθως ακολουθούν άλλες κατευθύνσεις τα αεροπλάνα που απογειώνονται ή προσγειώνονται, δεν έρχονται από εδώ. Βλέπεις, λόγω προτέρου βίου έχω μάθει να αγκιστρώνομαι από τον ήχο αυτό και να τον ξεχωρίζω από όλους τους υπόλοιπους ήχους της πόλης. Επίσης, είχα ορκιστεί πέρυσι το καλοκαίρι ότι δε θα ξαναπάω για μπάνιο νότια, από Καβούρι μέχρι Λιμανάκια και Βάρκιζα: αντί να απολαμβάνω τον ήλιο, είχα μονίμως τα μάτια στραμμένα στον ουρανό ασυναίσθητα, εντοπίζοντας πότε το Airbus των Εμιράτων, πότε το Boeing της British που ήταν στην προσέγγιση - ήξερα και τις ώρες των πτήσεων, βλέπεις. Σιχάθηκα τον εαυτό μου. Και να πεις ότι τα αγάπησα κάποτε... Ποτέ δεν τα χώνεψα τα αεροπλάνα, σε αντίθεση με άλλους που γουστάρανε τρελλά.
Περίεργες και αυτές οι μέρες, όλο αντικρουόμενες δυνάμεις (σιγά το νέο, δηλαδή, αλλά είναι πιο έντονο τώρα) και την ίδια στιγμή μια βουβαμάρα, λες και όλα γίνονται από κάτω, σιωπηλά. Το κακό είναι ότι δεν ξέρω κι εγώ ο ίδιος αν όντως υπάρχει αυτή η βουβαμάρα ή αν εγώ από μόνος μου έχω κλείσει τον ήχο. Είναι σα να βλέπεις ποδόσφαιρο στην τηλεόραση χωρίς ήχο. Ξέρω ότι είχα κλείσει τον ήχο τους προηγούμενους μήνες και ήταν απόλυτα εσκεμμένο. Πιθανόν να μου' μεινε το κουσούρι, ξέρω κι εγώ; Πάντως γίνονται τέρατα και σημεία αυτόν τον καιρό και πιθανόν φοβάμαι ότι αν ανοίξω λίγο την ένταση θα ξεκουφαθώ.
Είναι κι αυτό το αίσθημα του ότι είμαι σε ανάρρωση, μετά τον πόνο των τελευταίων μηνών και την ταλαιπωρία των αμέσως προηγούμενων. Προσέχω περισσότερο αφενός, αφετέρου νοιώθω σα να ήμουν κλεισμένος κάπου για πολύ καιρό ακίνητος και τώρα να ξαναβγαίνω σιγά-σιγά στο φως. Δυσκολεύομαι ακόμη. Εντωμεταξύ, κάποιες μέρες παραμένουν φορτωμένες και γεμάτες. Την προηγούμενη βδομάδα με πήρε η Α. τηλέφωνο, ποταμός σωστός όπως πάντα. Θα βρεθούμε μεθαύριο και δε θα βάλουμε γλώσσα μέσα, θα βραχνιάσουμε, όπως κάνουμε συνήθως. Το περιμένω πως και πως. Την ίδια μέρα πέτυχα στο δρόμο τη γιαπωνέζα δασκάλα μου, είχα πολύ καιρό να της μιλήσω, ενώ την ίδια ώρα με έπαιρνε ο Λ. τηλέφωνο σε μια από τις γνωστές παρορμήσεις του για να βρεθούμε επί τόπου για ένα δεκάλεπτο αν ήμουν εκεί κοντά. Ήμουν και όντως καθίσαμε για λίγο στην πλατεία ανάβοντας απανωτά τα τσιγάρα, ανταλλάσσοντας πληροφορίες και αλλάζοντας θέματα με την ταχύτητα του φωτός. Υπερεντατικό.
Κάποια στιγμή είχα και τη γιορτή μου. Βγήκαμε με τον Α. και τον Δ. και ήταν συγκινητικό. Δε θυμάμαι γιατί, καθώς ήμουν τύφλα, αλλά ήταν. Ο Δ. είχε κάποια έκλαμψη και κάναμε μια φοβερή συζήτηση για τους πατεράδες μας, το ρόλο τους και την εικόνα που τους αποδίδαμε πάντα και το πώς αυτή η εικόνα και ο ρόλος ανετράπη κάποια στιγμή εξαιτίας κάποιου λίγο-πολύ τυχαίου περιστατικού. Είχαμε και οι δυο μια πολύ παρόμοια εμπειρία και βρήκαμε ότι ήταν καθοριστική για τα επόμενα χρόνια. Για μένα ήταν σαν κεραμίδα στο κεφάλι, άνοιξε κάποια τρύπα στον τοίχο και είδα φως από εκεί που δεν υπήρχε, καθώς και μια νέα διάσταση που ούτε υποψιαζόμουν. Δεν ξέρω τι είχε πάθει ο Δ. εκείνο το βράδυ και μιλούσε τόσο οργανωμένα, ο Α. πάντως το απέδωσε στο σεισμό της Ιαπωνίας. Με τον Α. πιαστήκαμε κάποια στιγμή, δε θυμάμαι με ποιά αφορμή, και ήταν πολύ ζεστό. Εμένα λέει Μάρθα Βούρτση, αλλά ξέρω ότι κι εκείνος είχε βουρκώσει λιγάκι.
Την επομένη της γιορτής μου έγινε το εξής: πήγαινα στο σπίτι του Δ. αργά το βράδυ, αμάν είχα κάνει να ξεκουνηθώ, από αναβολή σε αναβολή με πήραν τα μεσάνυχτα. Διασχίζοντας το φανάρι έξω σχεδόν από το σπίτι του άκουσα το όνομά μου. Γύρισα και είδα ένα γνωστό πρόσωπο: θυμάσαι που σου' λεγα για ένα παιδί με εξωτικό όνομα που βρέθηκα να φιλιέμαι μαζί του; Με είχε απασχολήσει τις επόμενες μέρες αρκετά, γιατί μου άρεσε, μου είχε φανεί πολύ εντάξει και εγώ είχα φύγει σαν κυνηγημένος, καθώς φαντάσματα του Χασάπη και τρόμος μη βρεθώ ξανά μπλεγμένος σε οτιδήποτε μπορεί να με πληγώσει έστω και αστραπιαία με περικύκλωσαν. Ένοιωσα τύψεις, το συζήτησα ξανά και ξανά με κανά-δυο φίλους. Είχα μάλιστα περάσει δυο-τρεις φορές από το ίδιο μπαρ μήπως και τον πετύχω, για να του εξηγήσω τουλάχιστον τη συμπεριφορά μου. Έπιασα τον εαυτό μου να κοιτάει γύρω ασυναίσθητα στο δρόμο μήπως και τον δω. Αυτός ήταν στο φανάρι. Πήρα κατευθείαν τηλέφωνο τον Δ. και είπα ότι θα αργήσω. Καθήσαμε να πιούμε κάτι με το παιδί, τον G., και τελικώς πέρασε το βράδυ ολόκληρο. Έχει αυτή την ικανότητα, διαπίστωσα στη συνέχεια, να περνάνε οι μέρες και οι νύχτες και οι ώρες μαζί του σαν μια στιγμή. Zeit-Vampir τον ονόμασα. Είμαστε μαζί από τότε, με μένα να νοιώθω σα να περπατάω σε ναρκοπέδιο. Δε λέω τίποτε άλλο για την ώρα, θα φανεί. Προς το παρόν αρκούμαι στις βόλτες που κάνουμε περιφερόμενοι όντως σαν τους βρυκόλακες στο κέντρο, μερικές φορές αργά τη νύχτα. Στην πρώτη από αυτές τις βόλτες βγάλαμε φωτογραφίες στο άγαλμα του Αλέξανδρου Υψηλάντη και είδαμε έναν γκιώνη από πολύ κοντά. Ενθουσιάστηκα και εντάθηκε η εικόνα μου αυτή περί βρυκολάκων. Έτσι κι αλλιώς κι αυτός ο ίδιος έχει κάτι από βαμπίρ και ως παρουσία και ως αίσθηση: νοιώθω ότι μπορεί να εξαϋλωθεί ξαφνικά όπως ακριβώς υλοποιήθηκε δίπλα μου σ' εκείνο το φανάρι. Ακούω συνέχεια ένα δημοτικό τραγούδι που μου έβαλε να ακούσω από την πατρίδα του, κάπου στη Μαύρη Θάλασσα. Είναι μόνο για αντρικές φωνές, χωρίς όργανα. Άκουγα από χρόνια κάποια αντίστοιχα βουλγάρικα, αλλά αυτό είναι διαφορετικό, αν και εξίσου στοιχειωτικό και τρομακτικό (τόσο, που είχε χρησιμοποιηθεί στην ταινία Nosferatu του Herzog, ανακάλυψα). Θυμήθηκα μια φάση όπου ανέβαινα στο χωριό μόνος μου με το αυτοκίνητο. Είχα βάλει να ακούσω αυτά ακριβώς τα βουλγάρικα παραδοσιακά τραγούδια. Ήταν προχωρημένο Φθινόπωρο, ανέβαινα αργά τις στροφές του βουνού και παρά τον ήλιο που είχα αφήσει πιο κάτω, εδώ υπήρχαν κομμάτια ομίχλης ανάμεσα στο δάσος και μια περίεργη σκοτεινιά και ησυχία. Μόνο η πολυφωνία των τραγουδιών. Κάποια στιγμή έπιασα τον εαυτό μου να κοιτάζει από τον καθρέφτη στο πίσω κάθισμα, ήμουν σίγουρος ότι είδα με την άκρη του ματιού μου κάποιον ή κάτι να κάθεται εκεί. Μου' φυγε η μαγκιά, σκιάχτηκα και έβαλα George Michael, μπας και στανιάρω.
Αυτά προς το παρόν, πέρασε η ώρα πάλι και χρειάζομαι δυνάμεις γιατί ίσως αύριο το βράδυ χρειαστεί να αντιμετωπίσω τον Α. που περνάει διπλό δράμα αυτές τις μέρες: αφενός έκλεισαν για ανακαίνιση τα McDonalds του Συντάγματος, όπου κατέφευγε τα ξημερώματα μετά τους ποταμούς Gin Tonic και νοιώθει ορφανός. Αφετέρου μπήκε η θερινή ώρα, πράγμα που σημαίνει ότι μεγάλωσε χαρακτηριστικά η μέρα και, όντας ο μουρλός που είναι, υποφέρει γιατί πάσχει από SAD και τον πιάνει κατάθλιψη με τα παρατεταμένα απογεύματα.

Η φωτογραφία σχετική με τη θεματολογία των βαμπίρ.

Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2011


Πέρασαν οι μέρες πάλι. Αυτό είναι ένα ανησυχητικό σημάδι: όσο μεγαλώνω, τόσο θέλω να περνάει γρήγορα ο καιρός. Ανακουφίζομαι να βλέπω τις μέρες, τις βδομάδες και τους μήνες να τρέχουν. Τι είναι αυτό από το οποίο κρύβομαι και προσπαθώ να αφήσω πίσω μου, άγνωστο.
Επίσης οι μέρες που πέρασαν δεν ήταν αυτό που ήθελα. Ένοιωσα εκτός συναγωνισμού σε πολλά επίπεδα: σα να ήμουν ξένος στις παρέες με τις οποίες βρέθηκα, σα να μη μπορούσα να επικοινωνήσω σε κανένα επίπεδο. Ένοιωσα αρκετά μόνος κάποιες στιγμές και κάποιες άλλες πως ό,τι κάνω αυτόν τον καιρό είναι λίγο. Αυτό το αίσθημα του λίγου με καταδιώκει πάντα, είναι στιγμές όμως που γίνεται ανυπόφορο. Και δεν ξέρω τι θα ήταν αυτό που θα έκανε τη ζωή μου να μου φαίνεται περισσότερη. Άσε πια που για κάποιους αντικειμενικούς λόγους απελπίστηκα. Προσωρινά μεν, αλλά απελπίστηκα στ' αλήθεια. Δυσκολεύτηκα πολύ.
Είναι όμως κάποια πράγματα που με έβγαλαν, έστω για μια στιγμή, από όλο αυτό: σε μια πολύ κακή στιγμή με πήρε η Χ. τηλέφωνο για να μου πει: 1) ότι με αγαπάνε, αυτή και το νεογέννητο αγοράκι της και 2) ότι θα ήθελε να φάμε μαζί το μεσημέρι και αν θα μπορούσα να περάσω; Με ζέστανε.
Κάτι άλλο ήταν μια αφιέρωση από μια ηλεκτρονική φίλη. Δεν την έχω γνωρίσει, ζει στο εξωτερικό, αλλά τα γράμματά της είναι μια όαση. Γεμάτη δυσκολίες κι εκείνης η καθημερινότητα, αλλά είναι πραγματική story-teller και είναι μια απόλαυση να την ακούς να φτιάχνει εικόνες και σενάρια από μικρά στοιχεία που μαζεύει για τον άλλο. Η τελευταία μας εφεύρεση είναι να παριστάνουμε ότι ζούμε το 1811: εκείνη με τον πατέρα της να προσπαθεί να του εξηγήσει ότι δε φταίει εκείνος που τους παράτησε η μητέρα λίγα χρόνια νωρίτερα για να ακολουθήσει το τσίρκο (στην πραγματική της ζωή ο πατέρας είναι εκείνος που έφυγε και τους άφησε) και με μόνιμες ασχολίες της τις συζητήσεις με τη μαγείρισσα για το αν θα φτιάξουν την τάρτα με αγριομάραθο σήμερα ή το ραγού και ποιό teacloth ταιριάζει με το σερβίτσιο. Εγώ πάλι ζω σε μια φάρμα με κυριότερες ανησυχίες μου τον κισσό που θα φάει κάποτε τους τοίχους του σπιτιού και τη βροχή που θα μου χαλάσει ό,τι φύτεψα. Βρισκόμαστε κάπου ανάμεσα και τα λέμε, λέμε ιστορίες διάφορες. Κάποιες από αυτές πονάνε πολύ. Καμιά φορά επιλέγουμε να μείνουμε σιωπηλοί, παρατηρώντας τη νύχτα που πέφτει και τις πυγολαμπίδες να πετάνε πάνω από τον κήπο. Μου έκανε λοιπόν μια αφιέρωση τις προάλλες στο site όπου ανεβάζουμε φωτογραφίες (έτσι γνωριστήκαμε), ένα πορτραίτο της όπου διαβάζει ένα υπέροχο βιβλίο, το Norwegian Wood του Haruki Murakami. Το λατρεύω αυτό το βιβλίο και ήμουν εγώ που μιλούσα για τον συγγραφέα αυτό σε κάποια προηγούμενη φωτογραφία μου. Εγώ τι λες να της αφιερώσω;
Και όμως, ίσως να την αδικώ τη ζωή μου, τώρα που το σκέφτομαι: πριν μερικά βράδια πήρα τον Λ. με του που γύρισα από τη δουλειά. Το σήκωσε η γυναίκα του, που μόλις με άκουσε μου είπε κατευθείαν ''έλα από εδώ, μαγειρεύω μακαρονάδα με θαλασσινά!''. Πράγματι πήγα επί τόπου, μένουν εδώ πιο κάτω. Με αγκαλιάσανε και οι δυο, μου δείξανε με τόση θέρμη πόσο χαιρόντουσαν που με έβλεπαν, που βούρκωσα. Ήταν η πιο υπέροχη μακαρονάδα που έφαγα ποτέ.
Ακόμη, με πήρε ο Μ. για καφέ. Μίλησα για τη συνάντησή μας την προηγούμενη φορά. Και αυτό ήταν σημαντικό, επεδίωξε με κάθε τρόπο να βρεθούμε και είναι δύσκολες για αυτόν οι κοινωνικές επαφές. Με το γνωστό του στραμπουληγμένο τρόπο μου έδειξε ότι χαίρεται που βρισκόμαστε και επειδή ακριβώς εκφράζεται τόσο δύσκολα, έχει ακόμα μεγαλύτερη αξία η ομολογία του. Του το έδειξα κι εγώ.
Την Καθαρή Δευτέρα βρέθηκα καλεσμένος στο σπίτι του Γ. Τιμή μου που ένας τόσο ενδιαφέρων άνθρωπος θέλει να κάνει παρέα μαζί μου. Λίγες μέρες νωρίτερα είχαμε βρεθεί σε κάποιο πάρτυ, ψιλομασκέ. Όλοι είχαμε κάτι αποκριάτικο, είτε φτιαγμένο πρόχειρα είτε αγορασμένο την τελευταία στιγμή από κάποιο μαγαζί με εποχικά είδη. Αυτός είχε μια μάσκα από παράσταση τραγωδίας, original πράγμα, λόγω δουλειάς του. Για μια ακόμη φορά μας έκανε τη μούρη χώμα ο άτιμος... Το προηγούμενο βράδυ, παρά το προχωρημένο της ηλικίας του, με είχε ακολουθήσει για ένα ποτό σε κάποιο μπαρ. Γνώρισε έτσι και τον Α. και τον Δ. Σουρεάλ τουλάχιστον η κατάσταση. Ο Δ. είχε ανακοινώσει νωρίτερα ότι στις επόμενες εκλογές θα ψηφίσει Χρυσή Αυγή, κάνοντας Τούρκους κι εμένα και τον Α. και μετατρέποντας την ομήγυρη σε συζήτηση καφενείου χωριού στα Μεσόγεια. Δεν το πίστευε, απλά έτσι τα λέει κάτι τέτοια για να ανάβουν τα αίματα.
Προχθές το βράδυ βρέθηκα να κάθομαι στο ίδιο παγκάκι με έναν μετανάστη. Εγώ χάζευα απλώς το φεγγάρι πριν γυρίσω σπίτι. Αυτός ήταν σε μια παρεμφερή με τη δική μου κατάσταση απελπισίας σε σχέση με τη ζωή του. Τον κέρασα τσιγάρο, του έδωσα και δυο πουκάμισα που με είχε φορτώσει νωρίτερα η μάνα μου και που δε θα φόραγα ποτέ, καθώς και ένα γλυκό που είχα μαζί μου, μην ψάχνεις γιατί. Μιλήσαμε λίγο, στο τέλος του είπα να μη στεναχωριέται και πως όλα θα πάνε καλά. Η ειρωνία...
Χθες βρέθηκα σε ένα επεισόδιο με μαύρους λαθραίους πωλητές, μπάτσους και πολίτες στην Ακαδημίας. Δυστυχώς το καλύτερο μέρος το είχα χάσει, το λόγο για τον οποίο ξεκίνησε η αναταραχή (από ότι μου είπαν κάποιοι, πήραν τα εμπορεύματα των πωλητών και ένας τους έβγαλε γκλομπ και χτύπησε κάποιον χωρίς λόγο), παρόλα αυτά βρέθηκα μάρτυρας όλης αυτής της οργής που δείχνει να βγαίνει με κάθε ευκαιρία τώρα πια. Και τη χάρηκα. Ένα σωρό περαστικοί τα είχαν βάλει με τους μπάτσους λέγοντάς τους διάφορα, μερικά εκ των οποίων ήταν πραγματικά καλά. Ένας τους έκανε εύστοχη παρατήρηση σχετικά με την αλλαγή τακτικής τους λίγο πριν τις εκλογές και τώρα, με το νέο δήμαρχο. Κάποιος άλλος αποκάλεσε έναν μπάτσο ''Χίτη'', ο μπάτσος τον αποκάλεσε αναρχικό και το θέμα άρχισε να αγριεύει. Εγώ ζήτησα να μου πούνε πού ακριβώς στο Σύνταγμα και τον Κώδικά τους προβλέπεται η χρήση γκλομπ στο πλαίσιο ''εκκαθάρισης'' ή σκούπας, όπως τη λένε την καφρίλα τους. Ακούστηκε κάποιος από το πλήθος να διαμαρτύρεται ότι ''εσείς κάνετε τη ζωή των αστυνομικών δύκολη, σε μια στιγμή που κάνουμε αμάν να επιβληθεί η τάξη''. Του απάντησα ότι είναι φασίστας, δεν πρόλαβε να ασχοληθεί μαζί μου γιατί του την πέσανε διάφοροι άλλοι. Και το επιχείρημα-καταπέλτης ενός από τους μπάτσους: για πηγαίνετε εσείς στο Ιράν να πουλήσετε σεντόνια στο δρόμο, θα σας πω εγώ τι θα πάθετε. ''Το σκέφτηκες πολύ αυτό το επιχείρημα, μεγάλε;" του απάντησε μια κοπέλα, να' ναι καλά. Γαμώ, έτσι;
Πριν λίγα βράδια βρέθηκα να φιλιέμαι έξω από κάποια τουαλέττα μπαρ με ένα παιδί. Το όνομά του ήταν εξωτικό, τον ρώτησα από πού είναι. Από μακριά, μου είπε. Πόσο μακριά, από το φεγγάρι; του λέω. Ναι, μου απαντάει. Έκτακτα, κι εγώ το ίδιο! του απαντώ. Είχε μια φωτογραφική μηχανή κρεμασμένη από το λαιμό του και καθώς καθόμασταν σε έναν καναπέ ακούμπησα το χέρι μου λίγο πιο κάτω για να βολευτώ. Έπιασα κάτι τεράστιο και σκληρό. Πάγωσα. Είναι ο φακός αυτό που πιάνεις, μου λέει. Τέλος πάντων, φιλούσε υπέροχα και είναι σημαντικό αυτό, γιατί ο Χασάπης φιλούσε χάλια (όχι που θα τον άφηνα, Asteroid... είπαμε, post χωρίς Χασάπη δεν έχει νοστιμιά, καλό το κοινωνικό σχόλιο και το υπαρξιακό, αλλά άμα δεν έχει και λίγο από μπαλτά μέσα, τι να το κάνεις...). Το ξέρω ότι ρίχνω το επίπεδο και γίνομαι κατίνα, αλλά θα' σκαγα αν δεν το' λεγα.
Η συνεδρία με τον ψυχαναλυτή χθες ήταν σκληρή και δύσκολη, όπως όλα αυτές τις μέρες. Βρέθηκα μετά σε ένα παγκάκι να κλαίω. Πάλι η Χ. με περιμάζεψε...


Η φωτογραφία είναι από το σπίτι του Γ. την Καθαρή Δευτέρα. Ας με συγχωρήσει ο Asteroid για την επανάληψη, είχα εντυπωσιαστεί με το κεφάλι του Απόλλωνα, άσε που ο Γ. είναι ικανός να έχει το πρωτότυπο στην αυλή του και το ψεύτικο να είναι στο μουσείο...

Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2011


Μόλις γύρισα από έναν καφέ με φίλο που δεν τον βλέπω μεν πολύ συχνά, πάντοτε κάνουμε όμως εύκολα catch-up (ίσως επειδή αποφεύγουμε τα δύσκολα και τις κακοτοπιές κοινή συναινέσει). Κατ' ανάγκην μιλήσαμε για την οικονομική κρίση και την πολιτική κατάσταση. Δε μ' αρέσουν οι συζητήσεις αυτές, γιατί κατά κανόνα είναι φορτωμένες από κοινοτοπίες και είμαι φυγόπονος: προσπαθώ πάντα να ξεχαστώ όσο μπορώ. Παρόλα αυτά ο Μ. προσδιόρισε πολύ σωστά, κατά τη γνώμη μου, κάτι. Πριν όμως μιλήσω για αυτό, θα πρέπει να αναφέρω την (εξίσου πολύ σωστή) κουβέντα αμερικάνας φίλης που έγινε πριν μερικές μέρες: είπε λοιπόν εκείνη ότι πηγαίνεις σε οποιαδήποτε πόλη της Ευρώπης ή της Αμερικής και πιάνεις τον παλμό της πόλης με το που βγαίνεις στο δρόμο και ρίχνεις μια ματιά στους ανθρώπους. Εδώ δεν πιάνεις τίποτε απολύτως. Σα να είναι όλα νεκρά.
Ο Μ. είπε ότι πάντα ήταν έτσι. Εκτός ίσως από μια φάση γύρω στο '81-'85, όπου υπήρχε μια επίπλαστη, βοοειδής ευδαιμονία, μετά ήταν όλα νεκρά. Αλήθεια είναι. Έτσι το θυμάμαι κι εγώ, έτσι έχω εισπράξει την ατμόσφαιρα της χώρας αυτής και κατά την προαναφερθείσα περίοδο και μετά. Το αίσθημα της απονέκρωσης το είχα πολύ έντονο πλέον το πρώτο μισό της δεκαετίας του '90. Μετά το '96 η παγωμάρα ήταν ανυπόφορη και έγινε πολύ χειρότερη στο τέλος της δεκαετίας με εκείνες τις εκρήξεις του πιο κενού life style, τα τεράστια τζιπ σαν περιστερεώνες να μη χωράνε στα σοκάκια του Λυκαβηττού, όπου έμενα, το χρηματιστήριο... Πιο μετά, μετά και το Ευρώ (την ταφόπλακα), ήρθε ο πρωθυπουργός-μοσχαροκεφαλή: με κανένα κόμμα δεν είμαι, αλλά είχα πρόβλημα να βλέπω επί επτά χρόνια τον επικεφαλής της χώρας να είναι κρυμμένος κάπου στα Μεσόγεια και να έχει, στις σπάνιες εμφανίσεις του, βλέμμα πιο χαμένο, κενό και ηλίθιο και από τον τελευταίο junky της Ομόνοιας. Κατά μία έννοια ήταν και ο πιο πετυχημένος πρωθυπουργός που είχαμε ποτέ, κατά το ότι συνόψισε και ενσάρκωσε απόλυτα στο πρόσωπό του την κατάσταση της χώρας που κλήθηκε να διοικήσει (από ποιόν; ούτε κι ο ίδιος δεν έχει καταλάβει ακόμη, αν τον ρωτήσεις).
Εκείνο όμως που δεν είχα σκεφτεί ποτέ ακριβώς όπως το έθεσε ο Μ. ήταν η παρατήρησή του για την ατμόσφαιρα όλα αυτά τα χρόνια: βαρειά και πηχτή, αέρας που δε σε άφηνε ούτε να συγκεντρωθείς, ούτε να κάνεις παραγωγική δουλειά, όποιο κι αν ήταν το αντικείμενό σου, ούτε να εξελιχθείς στο ελάχιστο. Όντως. Αυτό είναι. Παρατήρησα, στο ίδιο πλαίσιο, ότι ακόμη και τα όποια πολιτιστικά και ενδιαφέροντα συνέβαιναν τα παρακολουθούσαμε (όσοι νοιαζόμασταν) με το στανιό σχεδόν, στο όριο της αδιαφορίας και σα να μην το αξίζουμε που τα παρακολουθούμε. Το ίδιο συνέβαινε και στο πανεπιστήμιο, θυμάμαι, και ήταν φοβερό αν αναλογιστεί κανείς τι καθηγητές είχα, μερικά από τα μεγαλύτερα και ιστορικά σχεδόν ονόματα του χώρου, με τεράστια πορεία πίσω τους και συμμετοχή στα κοινά. Καμία ζωή, κανένα κίνητρο.
Αναρωτιέμαι τι ακριβώς χρειάζεται αυτή η χώρα για να ζωντανέψει. Κοιτώντας πίσω, το μόνο που βλέπει κανείς είναι οι πόλεμοι, επισφαλή πολιτικά σχήματα και κρίσεις. Όσο πίσω και να κοιτάξει κανείς, μόνο κάτι τέτοια βλέπει. Και σκοτεινιά. Η μόνη άλλη αντίστοιχη χώρα που ξέρω, με εξίσου αιματοβαμμένη ιστορία και ταλαιπωρία, είναι η Πολωνία. Θα ήθελα να ξέρω αν και οι Πολωνοί είναι το ίδιο νεκροί, όπως εμείς. Πιθανόν. Και πιθανόν να είναι αυτή ακριβώς η ιστορία που οδήγησε τη χώρα στην κατάσταση αυτή. Αλλιώς, όπως παρατήρησε ο Μ., θα πρέπει να καταλήξουμε να πιστεύουμε στις θεωρίες ότι μας ψεκάζουν με κάτι.
Ποτέ δεν την αγάπησα αυτή τη χώρα και ποτέ δεν ένοιωσα ότι ανήκω εδώ. Με πειράζει όμως όλη αυτή η απαξία και ο διασυρμός. Και με πειράζει, θα ξαναπώ, που έχω για ηγέτη μια βλάχα κόρη πάστορα, πιο προτεσταντικής ηθικής και από τον ίδιο το Λούθηρο. Με πειράζει που μετά το λογιστάκο που μας έβαλε στο Ευρώ ήρθε το βόδι με το τσούρμο του από γκάγκστερς του κερατά και που όλοι αυτοί επί επτά χρόνια δεν κάναν τίποτε για να αποτρέψουν έστω και λίγο την τωρινή κατάσταση. Όχι μόνο αυτό, αλλά μπλέχτηκαν σε όλα τα σκάνδαλα, ξεπερνώντας ακόμη και τον Παπανδρέου μπαμπά, και παραμένουν ατιμώρητοι απολαμβάνοντας τους καρπούς των κόπων τους. Με πειράζει η ανημπόρια μου στο όλο θέμα, παρά το δικαίωμά μου της ψήφου. Και, παρόλο που είμαι φανατικός εναντίον της άποψης ότι ''ο λαός πρέπει να πάρει την κατάσταση στα χέρια του'' (απλώς αυτοδικία είναι αυτό όταν συμβαίνει), το είδος της ''άμεσης δημοκρατίας'' που είδαμε με τον Πάγκαλο νομίζω ότι πρέπει να γίνει κανόνας. Λες να γίνω τρομοκράτης στην ηλικία μου; Μόνο αυτό δεν έχω κάνει ακόμη...
Για μια ακόμη φορά όμως ξοδεύτηκα σε πολιτικό σχόλιο και δε μίλησα για τα ουσιώδη - γιατί, αν δε μιλήσεις και λίγο για το Χασάπη, ας πούμε, δεν έχει νοστιμιά το πράγμα, σωστά; Θα μιλήσω όμως την επόμενη φορά. Ψυχοπλακώθηκα τώρα με όλα αυτά και είναι πλέον τόσο το στρίμωγμα του χρόνου και τόση η έλλειψη ύπνου αυτές τις μέρες, που νομίζω ότι θα δημιουργήσω ψυχωσικά σύνδρομα, από αυτά με τα οράματα και τα τέτοια. Δε θα' ναι κι άσχημα, να σου πω, μπορεί και να περάσω καλύτερα.

Η φωτογραφία είναι από μια ακόμα βραδιά ακολασίας με τον Α. (και μερικούς guest stars). Ευτυχώς που έχουμε και τα μαρτίνια και τη βγάζουμε, γιατί αλλιώς δε με βλέπω καθόλου καλά!...

Τετάρτη, 16 Φεβρουαρίου 2011


Κατάφερα να λειτουργήσω ξανά την τηλεόραση απόψε (την έχω από τότε που πρωτοέμεινα μόνος μου, δε θες να ξέρεις πότε). Όχι ότι μου είχε λείψει δηλαδή, αλλά που και που χρειάζεται ν' ακούει κανείς και τα καθέκαστα. Άκουσα λοιπόν ότι το Βέλγιο εξακολουθεί να ζει βαθειά κυβερνητική κρίση λόγω (μάλλον, ποτέ δεν ξέρεις ξεκάθαρα με δαύτους...) της επιθυμίας διάσπασης Φλαμανδών και γαλλόφωνων. Ε, άμα έφτασε και το Βέλγιο να ζει πολιτική κρίση, τότε το όνειρό μου πλησιάζει να γίνει πραγματικότητα: η εικόνα της Ευρώπης και όλου του ''οράματος'' και ''οικοδομήματος'' (ο θεός να τα κάνει) να καταρρέουν, να βουλιάζουν, να παίρνουν τη θέση που τους αξίζει και να διαλύονται εις τα εξ ων συνετέθησαν: τα σκατά.
Το ξέρω ότι ακούγομαι πολύ δημαγωγικός και αφελής και τα τέτοια, αλλά δε δίνω μία. Έλα στη θέση μου: γεννήθηκα το 1970 και έφαγα τα νιάτα μου βλέποντας τη βοοειδή φάτσα του Κολ, τον σαρδόνιο Μιττεράν, το δικό μας καμάρι, τον Παπανδρέου και τη θεία, τη Θάτσερ κάθε βράδυ μπροστά μου (άλλο αν η τελευταία, κουφάλα όπως πάντα, μαγείρευε άλλα την ίδια ώρα με το συνάφι της, τον Ρήγκαν). Είναι να μην καταλήξω στην ψυχανάλυση μετά; Παιδικοί εφιάλτες, σου λέει. Εδώ να δεις εφιάλτης!... Όλο για ''όραμα'' άκουγα και ''ολοκλήρωση'' από ένα μάτσο απογόνους Οστρογότθων και Βησιγότθων, λογιστές του κώλου. Ήταν φωτισμένοι αυτοί τότε, μου είχε πει η φίλη μου η Α. Εμένα μου λες. Με τόσα λεφτά που κυκλοφορούσαν τότε και λίγο έως πολύ ειρήνη στον κόσμο και σχετική ησυχία κι εγώ έκανα τον οραματιστή - τραπεζίτη - λογιστή και θα' ριχνα και περισσότερα πυροτεχνήματα από εκείνους. Αυτοί οι άχρηστοι ούτε τα λογιστικά δεν κατάφεραν να κάνουν σωστά τελικώς, τα αποτελέσματα τα βλέπουμε τώρα.
Το ξέρω ότι η καυλιάρα Ευρώπη θα με πάρει μαζί της στο διάολο αν πέσει. Χέστηκα. Έτσι κι αλλιώς με έχει ήδη πάει στο διάολο η χαμούρα Μέρκελ με την κινητή γλίτσα από δίπλα, τον Σαρκοζί. Και ζω την πραγμάτωση του ευρωπαϊκού οράματος και την πλήρωση: αρχηγός μου είναι η καγκελάριος του 4ου Ράιχ, όχι ο πρωθυπουργός που ψήφισα, γυναίκα και κόρη πάστορα. Σε ποιόν να το πεις και ποιός να σε πιστέψει. Νομίζω ότι κι ο τελευταίος κάτοικος του Μπουρούντι την έχει πολύ καλύτερα από μένα: έχει ελπίδες τουλάχιστον.
Κάπου είδα τη φάτσα της τις προάλλες και παρατηρήθηκε η εξής ανακλαστική κίνηση (αλήθεια, δεν το έκανα επίτηδες): έπιασα τον εαυτό μου να σκέφτεται με αγάπη και συμπάθεια και σχεδόν νοσταλγία τις φάτσες του Μπρέζνιεφ και της Έλενας Τσαουσέσκου. Είχαν μια ζεστασιά αυτοί σε σχέση με το ζώον, έτσι μου φάνηκε.
Τέλος πάντων, με τούτο και μ' εκείνο παρέβην τις αρχές μου και αναλώθηκα σε κοινωνικο-πολιτικά σχόλια, ενώ κανονικά θα' πρεπε να αναλύσω με κάθε λεπτομέρεια τις επιπτώσεις της σχέσης μου με τον Χασάπη και τα επίπεδα σεροτονίνης στον εγκέφαλό μου. Τα πραγματικά σημαντικά θέματα της εποχής μας. Μπορώ όμως να ξεκινήσω και τώρα, ποτέ δεν είναι αργά.
Η προηγούμενη εβδομάδα ήταν απίστευτα φορτωμένη. Αφού δεν έκανα καμία δουλειά από όσες έπρεπε και άφησα πάλι τους λογαριασμούς και τα ενοίκια και τις εκκρεμότητες να τρέχουν, κατάφερα να φορτώσω το πρόγραμμά μου με τρόπο που μόνο εγώ μπορώ: την Παρασκευή το βράδυ, στο καπάκι μετά τη δουλειά, ήθελα να δω την αδερφή της πρώην μου που είχε έρθει ταξίδι-αστραπή από Θεσσαλονίκη. Τελικώς μαζεύτηκε κόσμος, ήρθε ο ένας, μετά κι ο άλλος, μετά κι άλλοι, στο τέλος κι ο Α. που είναι κι η καταστροφή μου σ' αυτά: ένα ποτό είχα πει να πιω και να πάω για ύπνο γιατί ήμουν κομμάτια, μόλις ήρθε ο καταραμένος λες κι άνοιξαν οι ουρανοί και έβρεχαν τζιν τόνικ. Έφυγε η πρώτη φουρνιά από το τραπέζι μας, εκεί εμείς. Μετά ήρθε δεύτερη φουρνιά, κάτι φίλοι του (γιατί, ξέρεις, ο Α. γνωρίζει τόσο κόσμο που όποτε είμαι δίπλα του νοιώθω σα να έχω βγει για ποτό με τη Βασίλισσα Ελισσάβετ: το χέρι του είναι μονίμως ορθωμένο σε χαιρετισμό στα πλήθη). Τα είπαμε και μ' αυτούς, φύγαν τα παιδιά, εκεί εμείς. Σώβρακο γύρισα σπίτι, αλλά το χειρότερο ήταν αυτό που θα ακολουθούσε το επόμενο πρωί: μου έσκασε τελευταία στιγμή να κάνω εγώ μάθημα, αν και δεν ήταν η σειρά μου, στα παιδιά στο Γκάζι. Μέχρι να βρω τα υλικά για τη μαγειρική και να φτάσω εκεί μου' φυγε το σκ... Αλλού πατούσα κι αλλού βρισκόμουν. Άργησα και πέντε λεπτά και μου την είπαν τα χαμένα. Τι θα κάνουμε σήμερα κύριε; ρωτάει ο Φερίτ. Γιουβαρλάκια, απαντώ. Δεν τα τρώω, απαντάει ο Φερίτ (που ποτέ δεν τρώει τίποτε από αυτά που φτιάχνουμε). Θα τα φας και θα πεις κι ένα τραγούδι, του λέω. Τραγούδι να πω, γιουβαρλάκια δεν τρώω, μου απαντάει.
Τα κάναμε τα γιουβαρλάκια, αλλά είπα να μη δημιουργήσω πάλι μεσανατολικό ζήτημα και είχα πάρει μόνο μοσχαρίσιο κιμά. Συγχύστηκα, γιατί ποτέ δε γίνονται καλά με μοσχαρίσιο κιμά, άμα δε βάλεις και λίγο χοιρινό σφίγγουν πολύ, δεν αφρατεύουν και δεν είναι νόστιμα. Την τελευταία φορά που τους έφτιαξα φαί με χοιρινό παραλίγο να ξεσπάσει Τζιχάντ. Γιατί, όπως είπα ανάμεσα στις φωνές, όταν τρώνε καλαμάκια χοιρινά και πίτσα με μπέϊκον είναι καλά, μόνο με τα δικά μου τα γιουβαρλάκια τον θυμούνται τον Αλλάχ. Παρόλα αυτά το είχανε φάει το χοιρινό τότε, κι ας φωνάζανε. Αμάν πια με τους μουσουλμάνους και τη θρησκεία-manual, που είχε πει κι ο Λ. Τέλος πάντων, τελείωσε και αυτό και έφυγα κατευθείαν για τη δουλειά.
Τελειώνοντας τη δουλειά το βράδυ τσακίστηκα να φτάσω κάπου νότια, όπου είχα ραντεβού με την Α. και την Π. Καθίσαμε σ' ένα ήσυχο μπαρ, πολύ ωραίο ομολογουμένως, με το πιο ωραίο martini dry που έχω πιει τους τελευταίους μήνες. Η Α. έπρεπε να φύγει νωρίς γιατί δούλευε χαράματα την επομένη. Η Π., με την οποία έχουμε κάποια ειδική και περιπετειώδη σχέση και την οποία είχα καιρό να δω, ήταν ορεξάτη. Ξεκινήσαμε να μιλάμε και αυτή τη φορά ξεπεράσαμε κάποια όρια που είχε θέσει η μέχρι τότε σχέση μας. Δουλεύαμε μαζί παλιά, βλέπεις, και κάθε φορά που βρισκόμασταν ήταν είτε στη δουλειά είτε με άλλους. Αυτή τη φορά είχαμε όλο το πεδίο ελεύθερο και αφηνιάσαμε. Είπαμε όσα δεν είχαμε πει επί πέντε χρόνια. Περίεργη η γνωριμία μας, συνεργαζόμασταν αλλά ήμασταν ουσιαστικά αντίπαλοι, ίδιο αντικείμενο αλλά διαχειριζόμενο από διαφορετική πλευρά και με διαφορετικά συμφέροντα ο καθένας. Όταν είχα πρωτοπάει στη δουλειά ήταν ο φόβος και ο τρόμος, σκύλα την ανέβαζαν, χάρο την κατέβαζαν. Με το που βρεθήκαμε για πρώτη φορά πάνω στη δουλειά κοιτάξαμε ο ένας τον άλλο και καταλάβαμε ακριβώς με ποιόν έχουμε να κάνουμε. Χτίσαμε μια διεστραμμένη σχέση, κατά την οποία μαζί δεν κάναμε και χώρια δε μπορούσαμε, βριζόμασταν αλλά προσπαθούσαμε να εκτοπίσουμε οποιονδήποτε άλλο συνάδελφο και να κάνουμε τη δουλειά μαζί. Πάντα υποψιαζόμουν ότι έχει κάποιες άλλες, πολύ κουνημένες πλευρές. Με είχε αφήσει να ρίξω κάποιες ματιές σ' αυτές τις πλευρές, το ίδιο κι εγώ στις αντίστοιχες δικές μου. Προχθές τα είπαμε όλα πια. Τίποτε δεν αφήσαμε. Δέκα και μισή καθίσαμε στο μπαρ, τρεις φύγαμε. Κι έχει και πολλά να πει, η κουφάλα. Ταινία πρέπει να την κάνουν...
Την Κυριακή δούλευα και στο μόνο κενό που είχα πήγα στους δικούς μου για φαγητό. Ευτυχώς χωρίς επεισόδια, παραήμουν πεσμένος για να δώσω συνέχεια στο οτιδήποτε.
Χθες και ο Α. και η Ε. είχαν πάρει άδεια από τις δουλειές τους. Εγώ είχα ρεπό, οπότε βρεθήκαμε αρχικά με τον Α. Ήταν μόλις η τέταρτη φορά από τότε που τον έχω γνωρίσει που τον βλέπω στο φως της ημέρας. Η νυχτερίδα. Καθίσαμε κάπου για καφέ, αφού έκανε κάποιες δουλειές του κι εγώ κάποια ψώνια (μετά από μήνες κατάφερα να αγοράσω δυο πουκάμισα και δυο μπλούζες, είχα ξεμείνει τελείως πια. Πήρα κι ένα φούτερ με κουκούλα και ο Α. με κατηγόρησε ότι είμαι ανεύθυνος, γιατί αν με σταματάνε έτσι κι αλλιώς οι μπάτσοι για εξακρίβωση στοιχείων, σκέψου τι έχει να γίνει άμα βάλω και την κουκούλα. Ένα δίκιο το έχει, πρέπει να πω...). Ανακάλυψα το τελευταίο κόλπο που έχει για να φτιάχνεται: Golden Flue, χάπια για το συνάχι. Αναμενόμενο για τον Α. Μου τα' δειξε με περηφάνεια. Προσπάθησα να του εξηγήσω ότι δεν είναι για πολλά-πολλά, ούτε τόσο ανώδυνα όσο ακούγονται, γιατί έχουν εφεδρίνη που έχει την ικανότητα να σε χαλαρώνει και να σου δημιουργεί ευεξία. Όντας επιρρεπέστατος σε κάτι τέτοια, εννοείται ότι έχει ήδη κατεβάσει δύο κουτιά. Μου τα' χε εξηγήσει ο Λ., διδακτορικό στα φάρμακα με ειδικότητα στα αντιβιοτικά και καθηγητής στο πανεπιστήμιο όταν του είπα ότι τα έπαιρνα στη φάση που ήμουν άρρωστος. Μην το παρακάνεις μ' αυτά, είπε, γιατί έτσι κι έτσι. Ευτυχώς που μου το είπες, απαντώ, γιατί ήδη είχα αρχίσει να τα αγαπάω ιδιαίτερα, όντας κι εγώ επιρρεπής σε ουσίες με τέτοιου τύπου αποτελέσματα. Ναι, επειδή το ξέρω, γι' αυτό στο τονίζω!
Μια και βγήκε στο φως της ημέρας ο Α. ήθελε να το εκμεταλλευτεί και να ψωνίσει παντελόνι. Δοκίμασε ό, τι υπήρχε και δεν υπήρχε στο πολυκατάστημα, μη σου πω και τα γυναικεία και τα παιδικά, χρειάστηκε δε να του τα ξαναφέρει όλα από την αρχή η πωλήτρια γιατί της είχε πει λάθος νούμερο. Απελπίστηκα κάποια στιγμή. Και ήταν ευτύχημα που δεν είχα άλλα λεφτά, αλλιώς θα είχα σηκώσει εγώ το μαγαζί πάνω στην απελπισία μου.
Στη συνέχεια πήγαμε και βρήκαμε την Ε. που είχε ήδη καθίσει και είχε παραγγείλει καφέ. Εννοείται ότι μ' αυτούς τους δύο ο καφές είναι απλώς το πρόσχημα, ήταν υπόθεση λεπτών μέχρι να εμφανιστεί το αλκόολ στο τραπέζι. Ήμουν τόσο κουρασμένος και άϋπνος και ταλαιπωρημένος, που ένοιωθα ότι θα πέσω κάτω. Άσε που η συνεδρία που είχε προηγηθεί το ίδιο πρωί ήταν ακόμα δυσκολότερη, αφενός γιατί δεν είχα καμία διάθεση συγκέντρωσης στην κατάσταση που ήμουν, αφετέρου γιατί όταν το αποφάσισα για κάποιο διαστροφικό λόγο έπιασα το θέμα των γονιών - μακράν το χειρότερό μου, τζιζ. Να μη στα πολυλογώ, φτάσαμε βράδυ πια να προσπαθούμε να γυρίσουμε σπίτια μας. Λέω ''προσπαθούσαμε'' γιατί είχε έρθει στο μεταξύ και ο Δ. ορεξάτος και με αλάλιασε πάλι με τις βλακείες του. Ήμασταν Μοναστηράκι και μου' δειξε τους Αέρηδες λέγοντάς μου κάτι σχετικό με την πύλη του Αδριανού. Κατάλαβα με τα πολλά ότι νόμιζε πως εκεί είναι η πύλη. Του εξήγησα πού είναι, δεν τον έπεισα. Μετά κάτι είπε για το δρόμο του Αδριανού (την οδό εννοούσε, αλλά δεν μπορεί να μιλήσει κανονικά ελληνικά, βλέπεις, είναι από τα μεσόγεια) κι εγώ προσπαθούσα να φανταστώ τι μπορεί να εννοεί, μήπως μιλάει για την Ιερά Οδό και τα' χει μπερδέψει. Μετά ρώτησε τι είναι αυτό το μεγάλο κτίσμα δίπλα στο σταθμό του Ηλεκτρικού και ανακάτεψε και τη Στοά του Αδριανού. Του Αττάλου, του λέω, εννοείς, κόλλημα με τον Αδριανό και ποιό κτίσμα λες; Δευτερόλεπτα μετά κατάλαβα ότι μιλούσε για το τζαμί. Εκεί έβαλα τις φωνές πια, δεν άντεξα άλλο. Έτσι μου κάνει κάθε φορά, πετάει μια βλακεία, προσπαθώ να ασχοληθώ και να του εξηγήσω πού κάνει λάθος και μετά έρχεται η χιονοστιβάδα κι εγώ είμαι πάντα απροετοίμαστος για τον όγκο μπούρδας που με περιμένει. Φταίω εγώ μετά; Το μυαλό αυτού του παιδιού πρέπει να το στείλουν για μελέτη, είναι άλλο πράγμα τελείως από αυτό που ξέρουμε για τους ανθρώπους. Σκέψου να' σαι και τουρίστας και να τον ρωτήσεις τίποτε, θα πιστέψεις ότι είσαι στη Ρουέν αντί για το Θησείο...
Η πιο ωραία στιγμή όμως της περασμένης εβδομάδας ήταν η Τετάρτη βράδυ, δύο παρά τέταρτο: καθόμουν στον υπολογιστή και άκουσα ένα ανεπαίσθητο χτύπημα στο κουδούνι της εξώπορτας. Σήκωσα το ακουστικό χωρίς να μιλήσω και ακούω τον Λ. από κάτω να μουρμουράει πράγματα. Ανέβα ρε, του λέω. Ανέβηκε. Από τη σκάλα ακόμη τον άκουγα να λέει διάφορα, κάτι για συγνώμη και ότι πάλι είχε χάσει τα τηλέφωνά μου (το πώς γυρνάει σπίτι του αυτός ο άνθρωπος και δε χάνεται μου είναι ακατανόητο) και ήταν η πέμπτη φορά που είχε έρθει και χτύπαγε τα κουδούνια μου, κάποιο άλλο βράδυ είχε στήσει και καραούλι απ' έξω αλλά δεν ερχόμουνα και συγνώμη ρε φίλε, δεν ξέρω πού τα έβαλα και ήθελα να σε δω και μη νομίζεις ότι δε σε πήρα και σε γράφω, να, όλο εδώ απ' έξω είμαι γιατί ήθελα να σε δω λίγο και η γυναίκα μου μου' βαλε χέρι που έχασα τα τηλέφωνα, αλλά κάπου τα είχα και μετά τα' χασα... και ούτω καθ' εξής. Κατάφερα να τον καθήσω στον καναπέ, του' δωσα και τσιγάρο και χάρηκα όσο ποτέ άλλοτε που τον έβλεπα. Αυτός ο άνθρωπος είναι το καλύτερο πράγμα που μου έχει συμβεί εδώ και πολλά χρόνια!

Η φωτογραφία αντιπροσωπεύει αυτό που θα ήθελα να κάνω, αλλά δεν μπορώ: κάποιος με έχει καταραστεί να μη μπορώ να ξαπλώσω στο κρεβάτι για πολλή ώρα και να χαλαρώσω στ' αλήθεια, να μη σκέφτομαι τίποτε για κάμποση ώρα και μετά να κοιμηθώ βαθειά.

Τρίτη, 8 Φεβρουαρίου 2011


Με μεγάλη μου ευχαρίστηση παρατήρησα ότι η μέρα έχει ήδη αρχίσει να μεγαλώνει. Καιρός ήταν. Κάποτε μου άρεσε ο χειμώνας και το κρύο, όσο μεγαλώνω αποκτώ μια όλο και μεγαλύτερη δυσανεξία σε αυτό. Πέρυσι τον Σεπτέμβριο, ένα βροχερό μεσημέρι, είχα ορκιστεί παρουσία της Α. ότι θα μεταναστεύσω σε μια χώρα όπου θα έχει μόνο ήλιο και ζέστη άνω των 37ο C. Το έχω ξαναπεί αυτό για τη μετανάστευση παλιότερα, αλλά για άλλο λόγο, ήταν τότε που είχε βγει βρώμα ότι η Γιάννα Αγγελοπούλου-Δασκαλάκη θα είναι υποψήφια για Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Δεν έγινε τελικώς, οπότε έμεινα εδώ...
Σήμερα ήταν μέρα γεμάτη συγκινήσεις και εντάσεις, οι οποίες είχαν ξεκινήσει από χθες το μεσημέρι, όταν πήγα για φαγητό στους δικούς μου. Έτσι κι αλλιώς έχει ένταση το γεγονός από μόνο του, μονίμως είναι σα να πλέουμε σε έναν ωκεανό βενζίνης: μια σπίθα και αρκεί να ανατιναχθεί το σύμπαν. Έτσι και χθες: ο πατέρας μου με ρώτησε τι σκοπεύω να κάνω τελικά, αν θα ξαναπαντρευτώ ή αν έχω αποφασίσει να μείνω εργένης (''πράγμα που είναι οκ κατ' αρχήν, κάποιοι άνθρωποι το κάνουν, αλλά θα πρέπει να αποφασίσεις, ξέρεις..."). Προλάβαμε και τη σβήσαμε τη φωτιά, απεσωβήθη η κρίση με μια παρέμβαση της μάνας μου για τις εκπτώσεις στα ρούχα κι ένα πουκάμισο που είδε και θα μου πήγαινε γάντι. Πάντα ήταν η πιο γρήγορη σ' αυτά.
Μετά, το βράδυ, βγήκα με τον Γ. που μου έθεσε με τη γνωστή ωμή αθωότητά του το ζήτημα της κοινωνικής μου και επί των διαπροσωπικών σχέσεων απροσφορότητας, έτσι όπως το αντιλαμβάνεται αυτός. Είναι θέμα στο οποίο έχω σκοντάψει περίπου 5 φορές στο παρελθόν (ναι, τις μέτρησα και ήταν μία και μία οι περιπτώσεις, δεν μπορώ να τις αγνοήσω). Ούτε στη συνεδρία σήμερα μπορούσα να το αγνοήσω πλέον, έπρεπε να τεθεί επιτέλους ανοιχτά. Εκεί να δεις δράματα και συγκινήσεις... Φτάσαμε, βλέπεις, στον πυρήνα. Κι εδώ αρχίζει το πακέτο, γιατί άντε να βγάλεις άκρη: το ότι έχω κατεβάσει παροχές αυτή την περίοδο είναι το μόνο βέβαιο, οπότε έχει κοπεί κάθε τρόπος να πάρω πράγματα από τους άλλους, εξίσου όμως συνεχίζει η αδυναμία μου να δώσω στους άλλους. Για να δώσω στους άλλους, θα πρέπει να έχω εγώ ο ίδιος, να ''δώσω'' εγώ στον εαυτό μου. Κοίτα εξίσωση τώρα. Και δώσε λύση.
Με πόνεσε η κουβέντα του Γ. γιατί, όπως είπα, είναι πονεμένο σημείο και το έχω ξαναδεί το έργο. Έχω χάσει πολλά έτσι. Το καλοκαίρι έχασα την Α. για αυτόν ακριβώς το λόγο. Και δεν ξέρω πώς να το αντιμετωπίσω και αν μπορώ καν. Δε με παίρνει όμως, θα πρέπει να βελτιωθεί, αν όχι να τακτοποιηθεί ριζικά, η κατάσταση, γιατί δε με βλέπω καλά. Ήδη έχω πάθει ασφυξία. Εμπάργκο κανονικό στον εαυτό μου. Πώς τα' χω κάνει έτσι;
Άσε την αυτόματη φρικαλέα σκέψη: ρε Χασάπακλα, μήπως έφταιγα κι εγώ εξίσου με σένα, που είχες τη διαπροσωπική προσφορότητα ενός βρέφους; μήπως δεν ήμουν κι εγώ καθόλου καλύτερος; (παρένθεση, παραληρώ, το ξέρω, την κλείνω)
Πριν τις συγκινήσεις της συνεδρίας όμως είχε προηγηθεί άλλο έπος (αυτό ειδικά αφιερωμένο στον Άσωτο): έφτασα σκοτωμένος όπως πάντα στο γραφείο του ψυχαναλυτή, γιατί είχα αργήσει να κοιμηθώ, χτύπησα το κουδούνι, αλλά δεν ήταν εκεί. Θα' χει αργήσει ο άνθρωπος, είπα, ας πάω λίγο πιο πέρα να πάρω έναν καφέ. Άλλαξα γνώμη και περίμενα στη γωνία (πίσω από την αμερικανική πρεσβεία). Δεν ερχόταν ο γιατρός, πήγα λίγο πιο πέρα, άναψα τσιγάρο, ξαναγύρισα, πέρασα στο από πάνω στενό. Φασαρία ξαφνική πίσω μου και κινητικότητα, ακούω και μια φωνή: "κύριε σταματείστε, παρακαλώ, εκεί που είστε!". Γύρισα και είδα ένα περιπολικό με τους φανούς να αναβοσβήνουν σα χριστουγεννιάτικο δέντρο, ακούστηκε και η σειρήνα, ο ένας μπάτσος - συνοδηγός κρεμασμένος έξω από το παράθυρο να μου λέει να σταματήσω. "Εγώ;" του κάνω αποσβολωμένος. "Ναι, μου λέει, σταθείτε εκεί που είστε και βγάλτε τα χέρια από τις τσέπες! χαρτιά έχετε;" Να μην τα πολυλογώ, με κάναν ολόκληρο φύλλο και φτερό, εκείνη πια η τσάντα που κουβαλάω στον ώμο και τα περιεχόμενά της έχουν γίνει διάσημα, τα' χει δει η μισή Αθήνα πια. Μου είχε φωνάξει, λέει, συνάδελφός τους να σταματήσω νωρίτερα και δεν υπάκουσα. Σε ποιόν να τα πεις και ποιός να σε πιστέψει... Ρε παιδιά, λέω, έλεος, στη γειτονιά αυτή ζούσα μέχρι πρόσφατα και εξακολουθώ να έχω πάρε-δώσε, από πότε θεωρούνται ύποπτες οι κινήσεις μου; ''Είναι περίεργες οι εποχές...'', μου απαντά κρυπτογραφικά ο μπάτσος.
...και όταν λέω έπος, το εννοώ, γιατί μόνο έτσι μπορεί να περιγραφεί το άδειασμα της τσάντας μου: καλά η φωτογραφική μηχανή, καλά ο δεύτερος και ο τρίτος φακός που είχα, καλά και τα χρήματα για το ενοίκιο (που δεν το πλήρωσα ποτέ, γιατί είπαμε δεν ξύπνησα), καλά και τα δύο πακέτα καπνού και τα εφτά rizzla πράσινα. Μετά έβγαλε ένα κουτάκι και το περιεργάστηκε με περιέργεια. "Depon με εφεδρίνη είναι, λέω, για το συνάχι". Δεύτερο κουτάκι. "Αυτό είναι αντιβίωση". Τρίτο κουτάκι. "Αυτό είναι για τις λοιμώξεις του αναπνευστικού". Τέταρτο κουτάκι. "Είναι άλλη αντιβίωση, πιο ισχυρή, για την περίπτωση που δε με έπιανε η πρώτη. Ε τι να κάνω, τώρα μόλις συνήλθα από μια πολύ άσχημη ίωση!'', βιάζομαι να συμπληρώσω βλέποντας το μάτι του να γουρλώνει. ''Και αυτά;!'' θριαμβολογεί ο μπάτσος κραδαίνοντας ένα σακκουλάκι με κάτι μυστήρια καφέ μπαλάκια μέσα. ''Σοκολατάκια με γεύση μόκα, μου τα δώσαν στη δουλειά'', του απαντώ.
''Μπορώ να φύγω τώρα, έχω ραντεβού με γιατρό και το πληρώνω πολύ ακριβά!''
"Σε τι γιατρό θα πάτε;"
"Ψυχαναλυτή"
Αυτό ήταν, το έκανε το θαύμα του ο γιατρός, γιατί στην αναφορά και αυτού επιπλέον μετά τις αντιβιώσεις και τα σοκολατάκια με αφήσανε στην ησυχία μου...
(Σημείωση: να θυμηθώ να ρωτήσω τον πατέρα μου πόσες φορές τον είχαν σταματήσει για εξακρίβωση στοιχείων στη δικτατορία. Έχω την υποψία ότι μάλλον τον περνάω τώρα πια. Ξέρω ότι κάποτε είχε βγει να τινάξει ένα κατακόκκινο χαλί κάπου που δεν έπρεπε και η μάνα μου πέρασε τη νύχτα προσπαθώντας να πείσει τους ασφαλίτες ότι όχι, δεν είναι κομμουνιστής, αλλά αξιοσέβαστος πολίτης. Τα' κανε κάτι τέτοια ο άτιμος)
Μετά από την εποποιία και τη συνεδρία έκανα για πρώτη φορά baby sitting στο μωρό της πρώην γυναίκας μου για 20'. Έπρεπε να δει κάποιον στο νοσοκομείο και δεν ήθελε να πάρει το μωρό μέσα, οπότε ο μόνος εύχερος ήμουν εγώ γιατί βρισκόμουν δίπλα. Χέστηκα πάνω μου, αλλά τα κατάφερα. Δεν έκλαψε, του' χωσα και την πιπίλα στο στόμα και μου γέλασε κιόλας. Η κακούργα μου είπε να μην το παίρνω απάνω μου γιατί είχε φάει το χαμό πιο πριν το μωρό, είχε στουμπώσει και γι' αυτό ήταν ήσυχο.
Το απόγευμα πήγαμε για καφέ με την Ε. Ξαμολυθήκαμε σε όνειρα, εκείνη θα κάνει, λέει, μαθήματα photoshop και fashion design για να φτιάχνει μόνη της τα ρούχα της. Εγώ θα κάνω μεταπτυχιακό και διδακτορικό στο εκκλησιαστικό δίκαιο (τι να κάνω, μόνο αυτό είχα βρει σχετικώς ενδιαφέρον στη σχολή, άντε λίγο και το συνταγματικό!). Μετά κρυώσαμε, συνήλθαμε και είπαμε να την κάνουμε για σπίτια μας.
Τώρα που είπα για εκκλησιαστικό, ο καθηγητής που το δίδασκε ήταν γαμάτος και απόλαυση να τον παρακολουθείς. Το παρακολουθούσαμε με τον Σ., τον έχω ήδη αναφέρει, βγαίναμε για λίγο μαζί, παράλληλα και με τη Χ., και ήμουν μέσα στο σεξ και την ακολασία τότε. Τελειώνοντας το τελευταίο πριν τα Χριστούγεννα μάθημα, ο καθηγητής δήλωσε: ''επειδή ξέρω ότι έχετε πλήρως αντιληφθεί το νόημα των εορτών αυτών, σας εύχομαι πολυποσία, πολυφαγία και πάσης φύσεως ηδονικές απολαύσεις''.
Μείναμε μαλάκες με τον Σ. ''Πάμε να φύγουμε από εδώ, κάτι ξέρει αυτός για μας!'' μου ψιθυρίζει έντρομος. Μπορεί και να' ξερε, ήταν έξυπνος άνθρωπος...


Η φωτογραφία είναι από την απογευματινή βόλτα με την Ε. Είναι αυτά τα χειμωνιάτικα πεντακάθαρα απογεύματα που μ' αρέσουν, ποτέ δεν τα βαριέμαι.

Σάββατο, 5 Φεβρουαρίου 2011


Πάλι το ξενύχτησα σήμερα στο σπίτι, πρέπει να κοπεί αυτή η κακή συνήθεια. Και μόλις είχα αρχίσει να συνέρχομαι... Δε γίνεται, αύριο θα βγω για ένα ποτό βρέξει-χιονίσει (κυριολεκτικά). Δε λέω, σε σχέση με τον προηγούμενο καιρό που είχα μουχλιάσει τελείως κάτι έκανα αυτή την εβδομάδα, αλλά πρέπει να ξαναρχίσει κάποια κίνηση γιατί δεν πάει άλλο.
Η αλήθεια βέβαια είναι ότι ήθελα να χαρώ και λίγο το σπίτι τον προηγούμενο καιρό - για πρώτη φορά, μετά τη φάση του τελευταίου
εξαμήνου, που απλώς δεν ήμουν πουθενά. Και το χαίρομαι, έκανα και κάποια πράγματα που ήθελα, το μάζεψα λίγο, εξαφάνισα μερικά... Τώρα θα πρέπει να ξαναθυμηθώ πώς είναι να ζει κανείς την κάθε μέρα, από μέρα σε μέρα, χωρίς την προοπτική που σου δίνει μια δυνατή σχέση. Δεν πειράζει, μερικές από τις πιο ευτυχισμένες στιγμές μου υπήρξαν ακριβώς σε τέτοιες περιόδους, όπου ζούσα την καθημερινότητά μου, αυτή που ήταν. Έτσι επιζούν εξάλλου και οι περισσότεροι άνθρωποι, από ότι καταλαβαίνω. Και το να περιμένει κανείς από κάποιον άλλο να του δώσει μια άλλη διάσταση και να θεωρεί ότι μόνο αυτή η διάσταση αξίζει νομίζω ότι είναι λίγο κατάντια.
Το μόνο πρόβλημα είναι κάτι που τέθηκε (πιο αμείλικτα από ποτέ) στην ψυχανάλυση την τελευταία φορά: στην αναφορά μου στην καθημερινότητά μου και στην ανάγκη μου να ξαναγυρίσω σε αυτή αυτόματα συμπλήρωσα ότι παρόλα αυτά δεν είμαι ικανοποιημένος, νοιώθω ότι κάτι λείπει. Όχι μόνο τώρα, σ' αυτές εδώ τις συνθήκες, που είναι και κάπως λογικό. Το ένοιωθα και παλιότερα. Ο ψυχαναλυτής με ρώτησε: ''μήπως λοιπόν δεν είναι αρκετή αυτή η καθημερινότητα και τα πράγματα που την αποτελούν; μήπως δεν ήταν ποτέ αρκετή;''
Τρικλοποδιά γερή. Έτσι είναι, αλλά δεν είχα τολμήσει ποτέ να το πω στον εαυτό μου. Τώρα λοιπόν που το είπα, που να σταθώ; Και, κυρίως, πού να στραφώ; Άντε να εξηγηθεί αυτή η μέχρι τώρα ανεπάρκεια, να συμφιλιωθώ μαζί της και να καταλάβω πώς θα γεμίσω αυτό που λείπει. Και δεν είναι μόνο το θέμα αν θα το γεμίσω. Υπάρχει και η περίπτωση να μη χρειάζεται κανένα γέμισμα. Απλά μια διαφορετική στάθμιση και ερμηνεία. Ανάγκη για πληρότητα. Και ποιός δεν την έχει; Έλα όμως που σε μένα είναι τόσο μεγάλη, που τα πράγματα φτάσανε στο απροχώρητο. Α ρε μάνα, τι σκεφτόσουν όταν με είχες στην κοιλιά σου;
Μεράκλωσα τώρα ακούγοντας trance radio, γαμώ τους σταθμούς. Η καλύτερή μου: ένας αχανής χώρος και trance να παίζει δυνατά, όσο δυνατά γίνεται, και σπρωξίδι και χάσιμο. Κανένας δε με κατάλαβε ποτέ σ' αυτό, αλλά πάντα η trance (κάποια είδη τουλάχιστον) μου φέρνει δάκρυα στα μάτια. Είναι σα να είμαι έφηβος, δεκαπεντάρης, και η γκόμενα που γουστάρω φασώνεται με τον καλύτερο φίλο μου. Αυτό μου' ρχεται στο μυαλό. Και συγκινούμαι.
Προχθές γύριζα το βράδυ από τη δουλειά περπατώντας. Μπήκα στο πάρκο του Πεδίου του Άρεως όπως πάντα και είχα το mp3 στ' αυτιά να παίζει τον ''Πύργο του Κυανοπώγωνα'' του Bela Bartok. Γαμώ. Μάλλον το έχω χάσει τελείως, αλλά γαμώ ήταν.


Τρίτη, 25 Ιανουαρίου 2011



Άσχετο: θυμήθηκα άλλα χρόνια, όταν ακόμη δούλευα στο αεροδρόμιο, κάποιες παγωμένες νύχτες του χειμώνα, σαν την αποψινή. Με θυμάμαι να είμαι στο κάτω επίπεδο, σε κάποιους αχανείς και απόλυτα έρημους διαδρόμους τέτοιες ώρες και να περπατάω για να πάω στο γραφείο. Σε τρεις τουλάχιστον περιπτώσεις ο θεός φώτισε τον dj (λέμε τώρα) του αεροδρομίου και έβαλε σαν μουσική υπόκρουση το Protection των Massive Attack. Καλύτερο soundtrack σε πιο ταιριαστό περιβάλλον δεν έχει υπάρξει. Αν οι Massive Attack το ήξεραν, θα είχαν γυρίσει εκεί το video clip του κομματιού!...



Σάββατο, 22 Ιανουαρίου 2011


Δεν έχω και τίποτε σπουδαίο να πω απόψε, με πήραν ο Α. και η Ε. να βγούμε, αλλά δεν ήθελα. Ακόμη δεν έχω συνέλθει τελείως και ξυπνάω και νωρίς αύριο, θα είναι μακριά μέρα. Από την άλλη έχω καταντήσει αγριάνθρωπος αυτές τις μέρες, θα ξεχάσω πώς είναι να είσαι έξω με ανθρώπους. Όπως παλιά. Έτσι ήμουν στην εφηβεία μου. Αμάν είχε κάνει ο Δ. να με συνεφέρει και να με συμμορφώσει. Τα κατάφερε, δε λέω. Τόσες δεκαετίες μετά και μόλις τώρα έχω αρχίσει να συνειδητοποιώ το μέγεθος και τις ικανότητες του συγκεκριμένου ατόμου. Τις υποψιαζόμουν απλώς. Αυτό είναι και το βασικό μοτίβο της εποχής: όλα όσα νόμιζα ότι τα έχω κατανοήσει και τακτοποιήσει στη θέση τους μετά από μακρόχρονες αναλύσεις μέσα από τη σπάνια διαίσθηση και εμπειρία μου τελικώς απλώς τα υποψιαζόμουν, μόλις που τα είχα αγγίξει. Εντάξει, ίσως να τα παραλέω, αλλά η ουσία παραμένει. Ωραία συνειδητοποίηση για έναν σαραντάρη, ε;
Αν με διαβάζεις Άσωτε, δεν ήθελα να πλημμυρίσω το blog σου με μια ακόμα απάντηση στην απάντησή σου, αλλά ναι, συγκινήθηκα με το post για τις παλιές αγάπες. Δεν ξέρω αν πάνε στον παράδεισο, δεν έχω καν αντίστοιχη εμπειρία: βλέπεις, σε μένα ήταν όλα πολύ πιο στραμπουληγμένα και διαστροφικά, δε θυμάμαι ποτέ να ερωτεύομαι τόσο απλά και μετά να χάνω τον άλλο λόγω συνθηκών και να πονάω, αλλά να τον θυμάμαι με νοσταλγία. Την πρώην γυναίκα μου την έχω πάντα δίπλα μου και της μιλάω καθημερινά σχεδόν. Το δέσιμο ήταν και παραμένει απίστευτο, αλλά δεν έχει καμία σχέση μ' αυτό που περιγράφεις εσύ. Δεν ήταν έρωτας τέτοιου τύπου ποτέ και το ξέραμε κάθε στιγμή της σχέσης μας. Ίσως και γι αυτό να χωρίσαμε τελικώς. Τον Σ. τον είχα γνωρίσει κάποια στιγμή πολύ περίεργη, ήταν εξωφρενικά δυνατό και ανώριμο, όσο και κινηματογραφικό: για δυο μήνες διατηρούσα παράλληλη σχέση με την Χ. και τον Σ. και το ξέραν αμφότεροι. Menage à trois, το είπαν μερικοί, αλλά στην πραγματικότητα ήταν ισοσκελές τρίγωνο. Καμία σχέση κι αυτό μ' αυτό που περιγράφεις.
Ο Χασάπακλας, από την άλλη, ήταν πολύ πιο κοντά σ' αυτό, είχε κι αυτή τη γαμημένη αθωότητα στην αρχή η φάση και γι αυτό πόνεσε τόσο πολύ - και πονάει ακόμα. Εκείνο όμως που πονάει περισσότερο είναι ότι δεν μπορώ (και δε θα μπορέσω ποτέ) να πω: να' ναι καλά εκεί που είναι, ήταν υπέροχα, η ζωή προχωρά όμως κτλ. Δε μ' ενδιαφέρει να είναι καλά, δεν είμαι τόσο μεγαλόθυμος. Λυπάμαι που χρειάστηκε να έρθω σε επαφή με κάτι τόσο ωμό και σκληρό, όπως εξελίχθηκε στη συνέχεια, είναι κάτι που δε μπορώ να φέρω βόλτα, τουλάχιστον ακόμη. Ίσως και ποτέ. Και δε με πιάνει χτυποκάρδι κάθε φορά που περνάω έξω από το σπίτι του. Με ενοχλεί και με πονάει απλώς.
Άλλες φάσεις πιο πριν τις θυμάμαι μεν με αγάπη και κάποια νοσταλγία, αλλά είναι τακτοποιημένες και, αν θέλεις, αποδυναμωμένες τώρα πια. Σίγουρα όχι χτυποκάρδι στην ανάμνησή τους.
Συγκινήθηκα λοιπόν και βούρκωσα, όχι μόνο γιατί δεν έχω κάτι αντίστοιχο τελικά να θυμηθώ, αλλά και γιατί η τελευταία φάση με τον Χασάπη, που είχε όλα τα προσόντα να γίνει κάτι τέτοιο, τελικώς πήρε τον χειρότερο δυνατό δρόμο. Γι αυτό κλαίω και χτυπιέμαι τώρα. Και δεν ξέρω τι θα κάνω και πώς θα τα χωρέσω όλα αυτά μέσα μου. Μου λένε να βρω κάτι άλλο. Εύκολο τό' χεις; Δεν έχω και κουμπί on/off για να ξεκινάω πάλι από την αρχή έτσι απλά και άμα δεν κάτσει να σβήνω για λίγο.
Κοινοτοπίες είναι όλα αυτά, άλλος κανένας δεν αγάπησε, μόνο η Μαργιώ το Γιάννη, αλλά τι να κάνω, αυτά ζω τώρα, για αυτά μιλάω. Και δυσκολεύομαι.


Η φωτογραφία ήταν για το πορτραίτο της Πέμπτης στο Flickr. Κάθε βδομάδα, Πέμπτη, ανεβάζουμε σ' ένα γκρουπ ένα self-portrait. Πάνω - κάτω εδώ κι ένα χρόνο τα κατάφερα και ήμουν εκεί, με εξαίρεση τον Αύγουστο. Κι εκεί απογοήτευση όμως, κάποια άτομα που συμπαθιόμασταν δεν ανεβάζουν πια τα πορτραίτα τους, κάποιοι πιο καινούργιοι μάλλον χαλάνε το αφελές κλίμα του γκρουπ, που ήταν και η χάρη του. Τέλος πάντων, τουλάχιστον αρχίζω και μαθαίνω τη χρήση του εξωτερικού φλας, κάτι είναι κι αυτό, έτσι για να έχουμε και ωραία πράγματα να ασχολούμαστε.

Τετάρτη, 19 Ιανουαρίου 2011


Δύσκολη η συνεδρία χθες με τον ψυχαναλυτή, ο τύπος δίνει κλωτσιές κανονικές στη μούρη. Δάκρυσα κάποια στιγμή. Τουλάχιστον ξέρω ότι δεν ήταν από αυτολύπηση, αλλά από γνήσιο παράπονο, που έβγαινε από βαθειά μέσα μου. Κάτι είναι κι αυτό, μια πρόοδος.
Μετά πήγαμε πράγματι μια μεγάλη βόλτα με την κολλητή, όλη τη μέρα σχεδόν περάσαμε μαζί, κι ας είμαι εγώ ακόμη στο μαύρο μου το χάλι με την αρρώστεια. Ωραία ήταν, απλά περνώντας από διάφορα σημεία δε μπορούσα να μη θυμηθώ πράγματα, στιγμές: εδώ είχαμε καθίσει με τον τάδε τότε, εκεί είχαμε σταθεί με τον άλλο τότε... Κοινοτοπίες, εντάξει, και μελό, αλλά υπάρχουν. Και είναι πράγματα που δεν τα ξεχνάω, είναι η ζωή μου, είναι κομμάτια του εαυτού μου. Και μη φαντάζεσαι ότι μιλάω για γκομενικά και μόνο, κάθε άλλο. Βόλτες και κουβέντες με κολλητούς στα συγκεκριμένα σημεία νομίζω ότι θα μου μείνουν για πάντα, κι ας μην είναι πια πουθενά εδώ γύρω αυτά τα πρόσωπα, για τον ένα ή τον άλλο λόγο.
Αυτό το θέμα πάντως της απώλειας είναι κάτι που θα με παιδεύει για πάντα: όλοι το ξέρουμε πως η ζωή τα φέρνει κάποιες φορές αλλιώς από αυτό που περιμέναμε, οι άνθρωποι τραβούν τον δικό τους δρόμο που δε συμπίπτει απαραίτητα με τον δικό σου, κάποιες άλλες φορές οι άνθρωποι εξαφανίζονται τελείως από προσώπου γης (και κατά πιθανότητα έχουν τους λόγους τους. Ελένη, αν με ακούς - πράγμα απίθανο- ελπίζω να είσαι καλά, όπου κι αν έχεις κρυφτεί όλα αυτά τα χρόνια, εκεί στη μικρή σου πόλη και το κτήμα των γονιών σου, όπου υποθέτω ότι κατέφυγες, αλλά δεν έχω τις συντεταγμένες. Μου λείπεις, να ξέρεις, και πάντα θα αναρωτιέμαι τι ήταν αυτό που σε έκανε να πάρεις τόσο δραστικά μέτρα... Πέρασα χθες έξω από το παλιό σου διαμέρισμα, εκείνο το υπόγειο στη Φωκυλίδου και δε μπορούσα να μη σε σκεφτώ, εσένα, το πώς φτιάχναμε και οι δυο τότε τα μόλις νοικιασμένα σπιτάκια μας, τους καφέδες και τη ζεστασιά και τη χαρά μας για το κάθε πραγματάκι που είχαμε βρει παραπεταμένο ή χτυπήσαμε σε καλή τιμή κάπου).
Κι όμως, αν και το έχω ζήσει πολλές φορές αυτό το έργο της απώλειας, αν και λογικά έχω τις απαντήσεις, το πένθος παραμένει πένθος. Και κάποιες φορές μου φαίνεται αβάσταχτος όλος αυτός ο όγκος πένθους που έχω μαζέψει στο κεφάλι μου. Είναι τόσο πολλά αυτά που πενθώ, που δεν ξέρω κι εγώ πού να πρωτοστραφώ. Άλλοι άνθρωποι τα προσπερνούν πιο εύκολα όλα αυτά, εγώ γιατί πονάω τόσο; Στην πραγματικότητα λυμένα και τακτοποιημένα είναι αυτά τα θέματα και τα πρόσωπα, βαλμένα στη θέση τους από καιρό. Εγώ τι προσπαθώ να κάνω ακριβώς δεν το καταλαβαίνω.
Αυτές οι δυο μέρες το' χουν φαίνεται βάλει σκοπό να μου τα ξυπνήσουν όλα: το τι άτομα είδα από μακριά ή έφτασα να τους μιλήσω είναι κάτι το απίστευτο, άτομα που έχω να τα δω δέκα χρόνια, ακόμη κι έναν συμμαθητή από το δημοτικό πέτυχα, από τους ελάχιστους από εκείνη την εποχή που θυμάμαι και που μ' ενδιαφέρει στ' αλήθεια να του μιλάω ακόμη. Κάποιος πιο γραφικός θα έλεγε ότι είναι το κάρμα ή ότι υπάρχει κάποια κοσμική κίνηση. Εγώ τις κοσμικές κινήσεις γραμμένες τις έχω, βασικώς, το ίδιο και το κάρμα, αλλά το ότι οι συμπτώσεις αυτές ταιριάζουν απόλυτα με το ταξίδι που κάνω προς τα μέσα και πίσω αυτόν τον καιρό (βοηθούσης και της ψυχανάλυσης) είναι γεγονός που οφείλω να ομολογήσω ακόμη κι εγώ, ο κρυόκωλος και σκατόψυχος.

Η φωτογραφία είναι από τον περιφερειακό της Ακρόπολης, λίγο μετά το βράχο. Έχω ζήσει κι εκεί πράγματα, κάτω από μια μικρή ελιά που είναι χαμηλά στο βράχο... Και πάλι, δεν εννοώ μόνο τα έκτροπα, έχω βρεθεί και να κλαίω το πιο λυτρωτικό κλάμα της ζωής μου εκεί, σε κάποια αγκαλιά. Ποτέ δε θα το ξεχάσω. Να' ναι καλά...

Κυριακή, 16 Ιανουαρίου 2011


Ακόμα άρρωστος και νοιώθω τελείως παρατημένος (ψέμα είναι αυτό, δεν είμαι, αλλά τι να κάνεις που έχει στραβώσει η προοπτική μου), ετοιμάζομαι να πάω στη δουλειά λίγο αργότερα και έφτιαξα κάτι να φάω: χυλοπίτες που είχα αγοράσει στο Πήλιο με τον Χασάπη.
Έχω έναν μόνιμο φόβο, ότι θα ξεχάσω να μαγειρεύω. Μου λένε ότι δε γίνεται αυτό, ότι το μαγείρεμα είναι σαν το ποδήλατο ή το σεξ, δεν ξεχνιούνται. Για το δεύτερο δεν παίρνω κι όρκο...
Έβλεπα κάποια ανάρτηση του Άσωτου Υιού πιο πριν. Αυτό είναι κάτι που δεν κατάφερα ποτέ να κάνω, να μιλάω για κοινωνικά θέματα από ένα μέρος σαν αυτό εδώ. Κι όμως, ενδιαφέρομαι όσο λίγοι ειδικά για κάτι τέτοιο, όπως οι μετανάστες και η στάση των διαφόρων πλευρών στην Ελλάδα - αν μη τι άλλο, με αφορά προσωπικά αφού μένω στη Βικτώρια. Γενικά πάντως όλη μου τη ζωή έδειχνα να είμαι απορροφημένος απόλυτα από τον εαυτό μου, τι νοιώθω, τι κάνω, τι αισθήματα μου δημιούργησε το ένα ή το άλλο πράγμα. Εδώ που τα λέμε, ποιόν μπορεί να ενδιαφέρουν όλα αυτά; Ακόμη κι εγώ ο ίδιος βαριέμαι. Έλα όμως που μόνο έτσι μπορώ να κατανοήσω τον κόσμο, να αντιδράσω σ' αυτόν, να ζήσω. Είμαι τελείως καθυστερημένος, άραγε; Λέω, δεν ξέρω...
Τις προηγούμενες μέρες ένοιωσα λίγο σαν τον Harvey Keitel στην ταινία Smoke, όπου φωτογράφιζε καθημερινά μια συγκεκριμένη γωνία έξω από το μαγαζί του, κάθε μέρα την ίδια ώρα. Το είχα βρει συνταρακτικό σαν ιδέα, αν και ποτέ δεν κατάφερα να την υλοποιήσω. Εκτός ίσως από τις προηγούμενες μέρες, όπου φωτογράφισα τα κλαδιά ενός δέντρου έξω από το μαγαζί, την ίδια ώρα περίπου, απόγευμα, σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις και έτσι όπως φαίνονται στον ουρανό με το διαφορετικό φως της κάθε μέρας. Πάντα ήθελα να το κάνω αυτό που κάνει κι ο Keitel, εμένα όμως μου έλειπε πάντα αυτή η σταθερότητα: ένα συγκεκριμένο μέρος στο οποίο να βρίσκομαι για χρόνια, μια σταθερή διάθεση και πίστη σε συγκεκριμένα πράγματα. Έχω αλλάξει τόσες πολλές δουλειές και μέρη, σπίτια, προοπτικές... Τώρα πια στην ηλικία μου αναρωτιέμαι κι εγώ ο ίδιος πού βρίσκομαι. Βέβαια, θα μου πεις, εγώ ο ίδιος καθόλου δεν έχω αλλάξει, το ίδιο πρόσωπο είμαι, το ίδιο πράγμα. Παρόλα αυτά κάποιες πιο σταθερές βάσεις δε θα έβλαπταν καθόλου.
Πιάνω τον εαυτό μου να ζηλεύει όλο και περισσότερο κάποιους άλλους τώρα τελευταία. Είναι πολλά αυτά που με παρακινούν στη ζήλεια, ωστόσο το βασικό κοινό σημείο σε όλες τις περιπτώσεις είναι ακριβώς αυτό: κάποια πιο σταθερά σημεία αναφοράς που τους βλέπω να έχουν στη ζωή τους - ή τουλάχιστον δείχνουν να τα έχουν. Το αυτονόητο δηλαδή. Κι όμως, εμένα αυτό το αυτονόητο είναι που μου λείπει.
Αυτό είναι που προσπαθώ να πιάσω τώρα στην ψυχανάλυση, αλλά προς το παρόν πέρα από κάποιες συνειδητοποιήσεις δε νομίζω ότι καταφέρνω κάτι περισσότερο, να βρω μια άκρη του νήματος και να αρχίσω να μπαίνω στο κουβάρι. Αναρωτιέμαι πώς θα γίνει αυτό, μου φαίνεται βουνό. Και οι συνθήκες δε βοηθάνε.
Αυτά για την ώρα. Πάλι ο εαυτούλης μου και η δυστυχία του. Αύριο, άρρωστος ή όχι, θα πάω μια βόλτα με την κολλητή μου, δεν ξέρουμε που. Εγώ έχω ρεπό, εκείνη πήρε άδεια από τη δουλειά της και (επιτέλους) θα πάρει και τη φωτογραφική μηχανή μαζί της, που την αγοράσαμε το Μάϊο μαζί και έκτοτε ζήτημα αν την έχει χρησιμοποιήσει δυο φορές. Θα περπατήσουμε γενικώς, θα φάμε κάτι, θα πιούμε έναν καφέ... Η πεμπτουσία της ευτυχίας. Πάλι καλά που γίνεται και κανά τέτοιο που και που, γιατί αλλιώς δε με έβλεπα καλά.

Η φωτογραφία είναι από το παράθυρό μου. Καταιγίδα εν εξελίξει, Βικτώρια.

Πέμπτη, 13 Ιανουαρίου 2011


Έχει γαμηθεί να βρέχει σήμερα. Κάποτε ήμουν από αυτούς που τους αρέσει ο χειμώνας και το κρύο και τα σχετικά, τα τελευταία χρόνια όμως έχω αναπτύξει μια δυσανεξία απέναντι στο κρύο, που γίνεται όλο και χειρότερη. Θέλω να πάω να ζήσω κάπου που δεν έχει ποτέ κρύο. Τρέχα γύρευε...
Εξεπλάγην που κάποιος διάβασε το προηγούμενο post. Μου έκανε και σχόλιο και τον ευχαριστώ από την καρδιά μου γι' αυτό. Πολύ το χάρηκα. Αυτό που ήθελα όμως να επισημάνω, φίλε, αυτή την καλή αρχή που εύχεσαι, αυτή είναι που φοβάμαι. Όχι σαν αρχή, που ποιός ξέρει τι θα φέρει. Το πρόβλημά μου πλέον είναι ότι ακριβώς ξέρω τι θα φέρει: σε λίγο θα αρχίσουν πάλι οι ελπίδες, μετά θα φτιάξουν λίγο τα πράγματα, μετά πολύ, μετά θα είναι όλα τέλεια και μετά πάλι το πέσιμο. Είναι ένας κύκλος αυτός που, φαντάζομαι, υπάρχει από καταβολής ανθρωπίνου είδους, δε θεωρώ ότι πρωτοτυπώ. Απλά εμένα μου την έχει δώσει τώρα πια, είναι κάτι που έχω βαρεθεί να το ζω από την αρχή ως το τέλος και είναι ακριβώς αυτό που παλεύω τώρα να το βάλω σε κάποιο όριο. Όχι ότι ελέγχεται, δηλαδή, υποθέτω όμως ότι μπορεί κανείς να πολεμήσει την κόπωση που του δημιουργεί. Ξέρω κι εγώ;...
Είδα επίσης ότι κάποιος έκανε reblog μια από τις γυμνές φωτογραφίες. Μήπως θα' πρεπε να είμαι πιο προσεκτικός; Άσε, επειδή με ξέρω, προς το παρόν δεν κάνω τίποτα. Εξάλλου το παιδί τυπικότατο, έβαλε και link για εδώ. Υποτίθεται ότι εφόσον δεν έγινα δικαστής ή διπλωμάτης δε θα' πρεπε να με νοιάζει που δείχνω και λέω διάφορα. Το να ασχοληθούν κάποιοι γνωστοί, έτσι κι αλλιώς με ενοχλούσε πάντα και ουδέποτε μπόρεσα να το αποφύγω. Θυμάμαι τι είχα τραβήξει κάποτε με το Facebook, που για άλλους λόγους το ήθελα εγώ τότε, και αρχίσανε να με πλευρίζουνε κάτι αδέρφια, ξαδέρφια, ανήψια, μόνο η θεία μου δε μου έκανε add. Δεν ήξερα κατά πού να κάνω, νόμισα ότι ζω σε κανα χωριό. Ε, μετά βαρέθηκα να τους αποφεύγω και να πολεμάω με τα privacy settings, οπότε ό,τι έγινε έγινε.
Έχω και τον γάτο μου τώρα που φοβάται με τις αστραπές. Γεννήθηκε Μάϊο, βλέπεις, δεν το έχει γνωρίσει ακόμα αυτό.
Πήγα και στη δουλειά σήμερα πάλι, έπεσα ξανά κάποια στιγμή. Δε βαριέσαι, μετά ξανασηκώθηκα. Άντε να δούμε.
Γύρισα πριν κανένα δίωρο στο σπίτι, έφτιαξα λουκάνικα με φασόλια. Γαμώ. Υποτίθεται ότι ειδικά όταν κάποιος περνάει τα σαράντα δεν πρέπει να τρώει τέτοια πράγματα τα βράδια, αλλά σκοτίστηκα. Ό,τι θέλω θα φάω, να πάνε να γαμηθούν οι healthy lifestyle fascists. Ο καθένας με τη θρησκεία του, δε λέω, αλλά δεν τους φταίω σε τίποτε. Τον έχω φάει στη μάπα πια αυτόν τον φανατισμό νεοφώτιστου. Γιατί δε βρίσκουν τίποτε της προκοπής να ασχοληθούνε;
Νύσταξα τώρα. Φταίει και η συγκίνηση της απογευματινής πτώσης, φταίει και η ίωση που κινείται με τη βραδύτητα και την ακρίβεια χελώνας, βάλε και το φαγητό... Αύριο πάλι έχουν απεργία τα λεωφορεία, πάλι ποδαρόδρομος προβλέπεται πολύς. Θα φύγω από νωρίς άμα είναι, για να μη φτάσω σκοτωμένος στη δουλειά, να το απολαύσω κιόλας. Θα βάλω και τίποτε στο mp3 να' χω ν' ακούω, αλλά τι ακριβώς;... μμμ, θα το σκεφτώ.

Α, ναι, η φωτογραφία είναι σημερινή, με το εξωτερικό φλας που λέγαμε, βαλμένο μακριά από τη μηχανή. Για να δούμε...

Τρίτη, 11 Ιανουαρίου 2011

11 Ιανουαρίου 2011


Σήμερα ήταν η πρώτη φορά που ήμουν κανονικός και πάλι. Πρώτη φορά, εννοώ μετά το χωρισμό με το Χασάπη. Πρώτη φορά που δεν απασχόλησε τη σκέψη μου, πρώτη φορά που δεν εκνευρίστηκα, που δεν ένοιωσα τίποτε γι' αυτόν. Είναι η ξεκούραση, φαίνεται, που μου επεβλήθη λόγω της ίωσης που περνάω. Είχα μετά από πολύ καιρό χρόνο και ησυχία στη διάθεσή μου, κοιμήθηκα αρκετά, έκανα δυο - τρία πράγματα που μ' αρέσουν... Εκεί καταντήσαμε.
Αγόρασα επιτέλους κι ένα καλώδιο σύνδεσης του εξωτερικού μου φλας με τη φωτογραφική μηχανή. Καιρός ήταν! Ένα χρόνο το παλεύω, να βρω κάτι που να είναι και λειτουργικό και οικονομικό. Βαρέθηκα να διαβάζω από εδώ κι από εκεί διάφορες βλακείες οποιουδήποτε έχει ασχοληθεί με το θέμα. Ως συνήθως, αυτά που με ενδιαφέρουν πιο πολύ τα λύνω μόνος μου. Πάντα έτσι γίνεται.
Καθότι καταναλωτής του κερατά (χαρακτηρισμός της πρώην γυναίκας μου), και παρά την απόλυτη ανέχεια αυτή την εποχή, έκρινα απαραίτητο να αγοράσω και κανα-δυο άλλα πραγματάκια, έτσι, για να ανέβω λιγάκι (παρόλο που το καλώδιο του φλας ήδη με είχε πάει στο διάστημα). Έτσι, μεταξύ άλλων, πήρα και μια ξυριστική μηχανή Wilkinson, από αυτές που παίρνουν κάτι κυριλέ ξυραφάκια διπλά και τριπλά και έχει και trimmer.*
Η συνάντηση χθες με τον ψυχαναλυτή ήταν φιάσκο. Ήταν κι η αρρώστια, είχα και το νου μου διασπασμένο τελείως... Κλάφτηκα κάποια στιγμή, ότι "σήμερα δεν έχω αυτό το spin" που είχα σε άλλες περιπτώσεις, ότι δεν μπορώ να συγκεντρωθώ σε ένα σημείο και να το ψάξω. Μου είπε ότι για μια ακόμη φορά είμαι φοβερά σκληρός με τον εαυτό μου, όπως σκληρός είμαι και με τους άλλους. Αυτό ήταν το χθεσινό θέμα: η σκληρότητα, για την οποία διαμαρτύρομαι ότι την εισπράττω μεν από τους άλλους, πλην όμως τη δείχνω κι εγώ εξίσου και έξω και μέσα. Καλά είναι όλα αυτά και αληθινά, αλλά και τι έγινε που τα συζητάμε;
Τώρα έχει βραδιάσει. Χαίρομαι που είμαι σπίτι στην ησυχία μου. Σε ένα από τα απέναντι διαμερίσματα βλέπω (τρίτη φορά τώρα στη συνέχεια) έναν τύπο (ινδός, πακιστανός, κάτι τέτοιο) να κάνει μετάνοιες κατά την ανατολή. Φαντάζομαι πως στην πατρίδα του τέτοια ώρα θα τους καλεί ο μουεζίνης.
Χάρηκα χθες που είδα ξανά έναν γιατρό, ωτορινολαρυγγολόγο, για την ίωσή μου. Τον είχα δει πρώτη φορά πριν δύο καλοκαίρια, σε μια εξίσου περίεργη στιγμή, όταν είχα πάθει μια οξεία αμυγδαλίτιδα, με φλεγμονή στο λαιμό και φρικτούς πόνους και εξάντληση και μιζέρια μες στο καλοκαίρι. Τον είχα βρει μέσω ίντερνετ και πήγα κάποιο απόγευμα εκεί, στις 7/7, μου θύμισε κοιτώντας το κομπιούτερ του. Ωραίος τύπος. Με είχε στηρίξει σ' εκείνη τη φάση καλύτερα κι από τον καλύτερο φίλο, καλύτερα κι από τον πιο δυνατό ψυχολόγο. Ποιός ξέρει τι διέκρινε ο τύπος, τι είδε πάνω μου και με λυπήθηκε και θεώρησε ότι πρέπει να με βοηθήσει. Μου μίλησε πολύ, πολύ ειλικρινά, συζητήσαμε για τα προσωπικά μας, αλλά εκείνο που μου έχει μείνει είναι που, μετά την αρχική εξέταση και πριν του πω τίποτε το ιδιαίτερο, με έπιασε από τον ώμο και με πήγε στο γραφείο του. Ήταν μια μικρή κίνηση, αλλά τόσο ζεστή και δυνατή, που δεν ήταν τυχαία. Με ζέστανε, θυμάμαι, όσο δε φαντάζεται κανείς. Και την είχα ανάγκη αυτή τη ζεστασιά τότε, είχα αρχίσει να ξεμένω άσχημα. Αλλά πάντα ξεμένω άσχημα εγώ. Να ένα θέμα για να' χω να χτυπηθώ με τον ψυχαναλυτή την επόμενη φορά. Πάντως και ο ωριλα χάρηκε που με είδε, πολύ κιόλας, με θυμήθηκε αμέσως, καθώς και όλες τις κουβέντες που είχαμε πει και χάρηκε που με είδε πάντως καλύτερα, κι ας είμαι με την ίωση... Βλέπεις, ήταν ακριβώς η φάση που είχα σταματήσει να βρίσκομαι με τον Σ., έναν οροθετικό. Είχα περάσει έναν μήνα έξαλλο, ξενύχτι και ποτό και ακολασίες σε σημείο που να μην ξεχωρίζω πια την πραγματικότητα από τον ύπνο μου. Κατά κάποιο τρόπο και τώρα που τον ξαναείδα τον ωριλά είμαι σε παρόμοια κατάσταση: και τώρα είμαι μετά το τέλος μιας περιόδου ακόμα πιο έξαλλης κατά κάποιο τρόπο και μιας σχέσης πολύ πιο αβυσσαλέας. Και κατά ειρωνία, το να κάνω σεξ με ένα φορέα HIV, το να πίνω μέχρι λιποθυμίας και να γυρνάω μέρα από τα μπαρ απεδείχθη στο σύνολό του πολύ λιγότερο επιζήμιο και οδυνηρό από τη σχέση με τον Χασάπη. Τι μαλάκας!...
*και μιλώντας για trimming, για πρώτη φορά μετά από χρόνια έκανα στον πούτσο μου. Δε μου άρεσε ποτέ, αλλά έτσι μου τη βάρεσε. Εντάξει, δεν είναι και χάλια...