Παρασκευή, 29 Απριλίου 2011


...Κι έτσι λοιπόν, κωλυσιεργώντας αδικαιολόγητα, ως συνήθως, κάθομαι στον υπολογιστή. Να μαζεύω θα' πρεπε κανονικά, να τακτοποιήσω τα πράγματα σε κούτες, τώρα που έφτασε η ώρα της μετακόμισης. Αλλά τίποτε. Μόλις σήμερα θυμήθηκα με φρίκη (το είχα απωθήσει, βλέπεις) ότι την τελευταία φορά που μετακόμισα χρειάστηκε να έρθει το συνεργείο σε δύο διαφορετικές μέρες, γιατί δεν ήμουν έτοιμος. Απ' όσο ξέρω, μόνον εγώ έχω καταφέρει κάτι τέτοιο... Λες να γίνει και τώρα; Θα με σκοτώσει ο άλλος, που με περιμένει μετά φανών και λαμπάδων να πάω κι εγώ εκεί και να τακτοποιηθούμε το συντομότερο δυνατό. Αυτός φαντάζεται ότι σε μια μέρα, άντε δύο το πολύ, θα έχω βολέψει τα πάντα στη θέση τους και θα ζούμε σε ένα κανονικό σπίτι. Που να' ξερε ο πτωχός... Ποτέ δεν του έδειξα δυο-τρεις μικρές κούτες και κάποιες σακκούλες που έμειναν όπως ακριβώς ήταν την ώρα που τις έφερα εδώ: δεν τις άνοιξα ποτέ!...
Έλεγα στη μητέρα μου τις προάλλες όλο απελπισία ότι θα τα πετάξω όλα, δεν αντέχω πια όλα αυτά τα πράγματα που με περιτριγυρίζουν και με ακολουθούν όπου κι αν πάω, όσα σπίτια κι αν αλλάξω. Θέλω να τα ξεφορτωθώ πια, να μείνω με μια βαλίτσα. Ως συνήθως με γείωσε, λέγοντάς μου ότι εκείνη θέλει από το '50 να το κάνει αυτό, έχει ορκιστεί, έχει βλαστημήσει, έχει δοκιμάσει τα πάντα, αλλά ποτέ δεν το κατάφερε: πάντα μαζί της τα έχει όλα, τίποτε δεν πέταξε, γιατί απλά δε γινόταν. Φοβάμαι ότι κάποτε το σπίτι μου θα γίνει σαν το μαυσωλείο του Ceaousescu, μου το' λεγε παλιά ο Δ., αλλά δεν τον άκουγα...
Αυτό που μ' ενοχλεί είναι ότι περνάνε οι μέρες έτσι, χωρίς να κάνω τίποτε το ιδιαίτερο, καθώς το μυαλό μου είναι μονίμως εκεί. Τουλάχιστον, σήμερα που ήταν κάπως πιο αξιοπρεπής ο καιρός, έκανα μια μικρή βόλτα στο πάρκο γυρνώντας από τη δουλειά. Μ' αρέσουν οι μυρωδιές αυτής της εποχής. Εκείνο όμως που με ανέβασε πραγματικά ήταν ένα τριζόνι που ακουγόταν ανάμεσα στις φυλλωσιές. Δεν ξέρω γιατί, αλλά ο ήχος του πάντα με κάνει να γυρνάω κάπου πίσω, βαθειά μέσα. Όλα γίνονται πιο απλά, σκέτα, βασικά και ουσιώδη. Θα μπορούσα να τον ακούω για πάντα. Νομίζω ότι δεν υπάρχει άλλος ήχος που να προσομοιάζει στη σιωπή και να ταυτίζεται τόσο μαζί της.
Και τα βατραχάκια μ' αρέσουν, αλλά αυτά σίγουρα δεν είναι σιωπή. Αλήθεια, το' ξερες ότι ο βάτραχος στα Γεωργιανά λέγεται ''μπάκακα'' (ή περίπου, τέλος πάντων); Έτσι τον αποκαλούν και σε κάποια χωριά εδώ πέρα και το είχα ξεχάσει. Και στα Αλβανικά κάπως έτσι είναι η ονομασία. Προχθές το βράδυ κατέβασα μια σειρά βιβλίων ρωσικής γραμματικής. Θα προσπαθήσω να μάθω με τη βοήθεια του G., όσο καταφέρω, δεν έχει σημασία. Και τη δικιά του γλώσσα θα προσπαθήσω να μάθω, κι ας με δυσκολεύουν τα σύμφωνα και οι περίεργοι φθόγγοι και κάποιοι ήχοι τελείως ξένοι με μένα. Κάποτε ο κύριος Ε. είχε ξεκινήσει να μαθαίνει Ρώσικα για να μπορεί να διαβάζει Πούσκιν στο πρωτότυπο. Εγώ την ίδια εποχή ξεκίνησα μαθήματα Ιαπωνικών για να μπορώ να διαβάζω Mishima και Kawabata στο πρωτότυπο. Ούτε εκείνος ούτε εγώ φτάσαμε τους στόχους μας, αλλά κάτι κάναμε παρόλα αυτά. Τα συζητούσαμε κάποιο χειμωνιάτικο απόγευμα ακούγοντας μαζούρκες με τον Malcuzynski. Πάει καιρός από την τελευταία φορά που έπιασα να μελετάω ιδεογράμματα. Άλλη αίσθηση. Θα το ξανακάνω σύντομα, το ξέρω.
Οι επόμενες μέρες θα είναι δύσκολες και δε θα έχω internet. Ας είναι. Έχω ξαναπεράσει δύσκολα και στριμωγμένα. Τουλάχιστον τώρα έχω μια ευχάριστη προοπτική μπροστά μου, το ότι θα μοιραστώ τα πάντα με κάποιον. ''Θα χτίσουμε μαζί καινούργια πόλη'', είπε. Χαμογέλασα όταν το είπε. Χαμογελάω σπάνια τώρα πια, συνειδητοποίησα.

Τετάρτη, 20 Απριλίου 2011


Απόψε παραληρώ από τον πυρετό (λέμε τώρα, κάτι δέκατα είναι και πονόλαιμος), οπότε υπάρχει πολλή θολούρα στο κεφάλι μου (γιατί, ως γνωστόν, κατά τα άλλα βασιλεύει η τάξη και η οργάνωση). Πρέπει να κοιμηθώ, έχω αρχίσει να ξεχνάω πια πώς είναι αυτό. Όχι ότι δεν πέφτω στο κρεβάτι δηλαδή, ξεραίνομαι κιόλας, αλλά ο τρόπος που πέφτω, όλο έγνοιες για δουλειές που έχω καθυστερήσει μέχρι αίσχους και τέτοια, καθώς και ο τρόπος που σηκώνομαι (χτυπάνε δύο ξυπνητήρια, δεν τα κλείνω, και ξυπνάω δύο ώρες αργότερα κατά κανόνα μες στον πανικό), δε δίνει κανένα περιθώριο για φυσιολογικό ύπνο. Κάποιο πρωί άκουσα μεταξύ ύπνου και ξύπνιου τον Χασάπη να παραμιλάει απελπισμένος, ότι είναι λάθος η συχνότητα του ξυπνητηριού, κάτι δεν πάει καλά με τη συγκεκριμένη συχνότητα ή τον ήχο και ότι πρέπει να το αλλάξω. Δεν είμαι σίγουρος τι ακριβώς εννοούσε, αλλά λες;
Είναι φοβερό το πώς εγκαταστάθηκα σ' αυτό το σπίτι που είμαι τώρα. Έγινε ξαφνικά η μετακόμιση, μέσα στον πανικό, με όλα καινούργια εκείνη την εποχή: δουλειά, συνήθειες, σχέση. Έτσι συνέβαινε πάντα, ποτέ δεν κατάλαβα πώς κάποιοι άλλοι καταφέρνουν να κάνουν τις κινήσεις και τις αλλαγές τους μεθοδικά, βήμα-βήμα. Με μένα έπρεπε να γίνει το σώσε, κάτι σαν την έξοδο του Μεσολογγίου, για να κάνω το παραμικρό. Η Α., επισημαίνοντας κάποτε τις ομοιότητές μου με μια παλιά σιχαμένη γνωστή της, μου φώναζε ότι την όποια κίνησή μου την κάνω (όπως κι εκείνη η γνωστή της) με τζουμ-ταρατατζούμ και δράμα και μονίμως έτοιμος να βγω πια από τα παράθυρα. Μια φυσιολογική κίνηση δεν μπορώ να κάνω. Επιπλέον, ρίχνω κι ένα σιχτίρισμα σε όποιον τυχαίνει να βρίσκεται κοντά εκείνη τη στιγμή. Ως συνήθως, έλεγε την αλήθεια. Εν πάσει περιπτώσει, μπήκα σε τούτο το σπίτι, ούτε χρόνος δεν έχει περάσει ακόμη και παρόλα αυτά δεν έκανα σχεδόν τίποτε από αυτά που κάνω συνήθως: οργάνωση μέχρι και της τελευταίας λεπτομέρειας, της τελευταίας γωνιάς με τρόπο που να μου λέει κάτι, να νοιώθω άνετα. Παρόλο που μου άρεσε, παρόλα τα σχέδια για το μέλλον, ηπατήθην. Κάποιες γωνιές έμειναν όπως ήταν, κάποιες άλλες τελείως άδειες, σε δύο μέρη κρέμονται ακόμα οι γλόμποι, δεν έβαλα ποτέ τα αμπαζούρ. Αδιανόητο. Ήταν λες και ένοιωθα ότι θα φύγω γρήγορα.
...Και φεύγω γρήγορα: σε μιάμιση βδομάδα πρέπει να μετακομίσω. Δεδομένου ότι μπορώ χαλαρά να γεμίσω με τα πράγματά μου ακόμη και το Μπάκιγχαμ ή τις Βερσαλλίες, καταλαβαίνεις τι σημαίνει αυτό. Δεν έχω κάνει τίποτε ακόμη και θέλω να βγω στο δρόμο ουρλιάζοντας από τρόμο. Typical. Τον έχω ζήσει τόσες πολλές φορές αυτόν τον πανικό, που δε μου κάνει καμία αίσθηση τώρα πια. Απλώς πανικοβάλλομαι μηχανικά, το δηλώνω και συνεχίζω κανονικά στους ρυθμούς μου.
Στις δύο τελευταίες συνεδρίες μιλούσα για τις τακτικές σοκ που επιβάλλω στον εαυτό μου, υποθέτω σαν προσπάθεια αντιμετώπισης πραγμάτων που φοβάμαι. Εδώ έχουμε μια ακόμα τέτοια περίπτωση - και μάλιστα από τις πολύ ισχυρές: μετακομίζω για να συζήσω με κάποιον που δεν ξέρω σχεδόν καθόλου. Μπορεί να δουλέψει, μπορεί και να επέλθει η καταστροφή. Ας επέλθει ό,τι θέλει, εγώ θα το κάνω το βήμα. Έτσι κι αλλιώς πάντα τα έκανα αυτά που είχα στο μυαλό μου, στραμπουληγμένα ή με πιο υγιείς τρόπους, πάντως τα έκανα. Πήγα να κάνω και μια τρίπλα στον ψυχαναλυτή, τον προκάλεσα υπονοώντας ότι πήρε θέση στην ανακοίνωσή μου για τη μετακόμιση-συμβίωση, αλλά δε μάσησε ο τύπος και μου τη βγήκε πολύ άσχημα, με τάπωσε κανονικά. Μου' βγαλε κι άλλα στη φόρα, που δεν τα ήθελα καθόλου μπροστά μου εκείνη την ώρα. Καλά να πάθω.
Θα ζήσω λοιπόν με τον Zeitvampir και ό,τι θέλει ας γίνει. Πλάκα θα' χει σε κάθε περίπτωση. Το πολύ-πολύ σε λίγο καιρό από τώρα να σου γράφω πάλι από κάποιο δωμάτιο μόνος μου, έχοντας αφήσει πίσω μου και αυτή την aventure. Για σπηλιά μας διαλέξαμε ένα ρετιρέ με μια βεράντα τόσο αχανή, που σε πιάνει άγχος όταν τη βλέπεις γιατί νοιώθεις ότι κάτι πρέπει να κάνεις για να τη γεμίσεις. Εννοείται ότι έχουμε και οι δυο άποψη για όλα, για την οργάνωση και το design, θέλουμε και οι δυο πολλά, πάρα πολλά, οπότε γίνεται ήδη το μακελειό. Προβλέπονται πολύ αιματηρές στιγμές για επικράτηση σε κάποιο χρώμα ή κάποια τέτοια ηλίθια λεπτομέρεια.
Όπως και να' χει, σε λιγότερο από ένα χρόνο ξαναζώ μια αλλαγή, με όλα σχεδόν τα πράγματα καινούργια. Εκτός από τον καναπέ της Ανθής: ανήκε στην προαναφερόμενη, σε μια φάση δραματική της ζωής της, όπου έφυγε πρώτη φορά από το σπίτι της για να ζήσει μόνη της. Εγώ δεν την ήξερα τότε, τη γνώρισα όταν τελείωσε ακόμη δραματικότερα η φάση και ξαναγύρισε στους γονείς της, οπότε και μου έδωσε τον καναπέ, για να εξοπλίσω το πρώτο μου σπίτι. Τα είχε με τον Φ., τον καλύτερο φίλο μου από το στρατό. Η σχέση τους ήταν προαιώνια, οι απαρχές της χάνονταν στα βάθη του χρόνου και, όπως κάθε τέτοια σχέση, έτσι κι αυτή ήταν γεμάτη πράγματα, ρουτίνες, συνήθειες, αντίρροπες δυνάμεις, μίση και έρωτα. Ξέρω εγώ από αυτά, το ίδιο περίπου ζούσα με τη γυναίκα μου τότε. Δεν ξέρεις πόσες ατέλειωτες ώρες έχω περάσει σε κάποιο σιδερένιο κρεβάτι του Ελληνικού Στρατού, με τον Φ. σε κάποιο άλλο ίδιο σιδερένιο κρεβάτι από πάνω μου, από κάτω μου, δεξιά μου ή αριστερά μου να προσπαθεί να εξηγήσει τη σχέση του με την Ανθή. Καμιά φορά ήταν και στο παραδιπλανό κρεβάτι, ενώ ανάμεσα υπήρχε κάποιος άλλος φαντάρος, που μετά την πρώτη ώρα εκλιπαρούσε για έλεος, θα έκανε ό,τι του ζητούσαμε, ακόμη και τη σκοπιά μας, αρκεί να το βουλώναμε πια. Αν ο ενδιάμεσος φαντάρος ήταν ο Β. Λ., η κατάσταση έβγαινε από κάθε όριο, ήταν καλύτερο κι από τον πιο δυνατό συνδυασμό κουμπιών ή άλλης χημείας. Ο Φ. τότε, πέρα από τη σχέση αγάπης-μίσους-εξάρτησης-αλληλοτυραννείας-εκμετάλλευσης-σαδομαζοχισμού που βίωνε με την Ανθή, είχε να αντιμετωπίσει κι ένα επιπλέον ζήτημα: διατηρούσε παράλληλη σχέση ήδη από ένα χρόνο με τη Σ. και το ξέρανε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, δίνοντας άλλη ένταση στον ήδη υπάρχοντα χαμό. Εγώ από την πλευρά μου ήμουν πιο ήρεμος εκείνη την εποχή, απλά μου είχε κάτσει το ότι η Χ. έλειπε ήδη πάρα πολύ καιρό στο Παρίσι για μεταπτυχιακά και μου είχε γίνει έμμονη ιδέα το ότι αποξενωθήκαμε και ότι δε θέλω πια να διατηρώ αυτό το long-distance πράγμα που δεν οδηγεί πουθενά, τρωγόμουνα δε να το ωθήσω στα άκρα. Βλέπεις, από μικρός είχα την κλίση για δραματικές αλλαγές. Το ''θα τη χωρίσω'' ήταν κουβέντα που έβγαινε τόσο συχνά από τα χείλη μου, ώστε έμεινε σλόγκαν. Την άκουγες και στις τουαλέττες και παντού. Ακόμη το λένε ο Φ. και ο Α. (ο έτερος κολλητός συμφαντάρος) κάθε φορά που βρισκόμαστε, είναι δε τόσο σιχαμένοι, που μιμούνται στην εντέλεια και το ξινισμένο ύφος μου, μαζί με το δράμα και το απόλυτο της δήλωσής μου. Δεν τη χώρισα τελικά, γύρισε ένα χρόνο αργότερα και περάσαμε έκτοτε ζωή χαρισάμενη, μέχρι που χωρίσαμε.
(Κάτι δεν πάει καλά με την τελευταία φράση, αισθάνομαι, αλλά όντας υπό το κράτος πυρετού και παραισθήσεων δεν είμαι σε θέση να εντοπίσω πού υπάρχει το πρόβλημα. Θα επανέλθω).
Έτσι που λες, τελειώσαμε το στρατό, το δίλημμα του Φ. παρέμενε, το ίδιο και τα μαλλιοτραβήγματα. Τίποτε δεν άλλαξε, εκτός από τον καναπέ, ο οποίος βρήκε καινούργια θέση στο σπίτι μου. Κάποια στιγμή χωρίσανε, ο Φ. ερχόταν για παρηγοριά σε μένα, οπότε ξάπλωνε και πάλι στον καναπέ της Ανθής, τον ίδιο καναπέ που είχε ζήσει τη σχέση τους με τα όλα της. Στον ίδιο καναπέ έκατσε και το περασμένο φθινόπωρο, όταν τους είχα μαζέψει εκτάκτως αυτόν και τον Α. για να βγάλουμε ετυμηγορία στο θέμα του Χασάπη, να κλαφτώ και να ξεσπάσω. Μ' έβρισε και με κατηγόρησε ότι το κάνω επίτηδες και ότι νοιώθει όπως όταν οδηγεί στις στροφές της Κατάρας: πηγαίνει, πηγαίνει και όλο αισθάνεται ότι γυρνάει προς τα πίσω, χωρίς να φτάνει ποτέ στον προορισμό του.
Αυτός ο καναπές λοιπόν έχει ζήσει τα πάντα: συζητήσεις, καυγάδες, φιλοξενούμενους, διωγμένους από τη συζυγική κλίνη, πάρτυ, συγκεντρώσεις, ξενύχτια, αλκόολ, ναρκωτικά ελαφρά και ενίοτε πιο βαριά, πρωινούς καφέδες και σεξ, πολύ σεξ: μεταξύ ζευγαριών, μεταξύ παρανόμων ζευγαριών, one night stands, παρτούζες, σεξ μεταξύ αντρών και γυναικών, μεταξύ αντρών μόνο, μεταξύ δύο και ενός (σε όλους τους συνδυασμούς, ανάλογα με την περίπτωση), γενικώς είναι λίγο σαν εγκυκλοπαίδεια. Και από ζώα ξέρει, τουλάχιστον τέσσερις γάτες έχουν λειώσει στον ύπνο πάνω του επί χρόνια, καθώς και δύο σκυλιά. Ακόμη και φωτογραφία του Χασάπη έχω ξαπλωμένο πάνω του και ανεβασμένη στο Flickr, επισήμως με τη λεζάντα από κάτω: ''Ο Χασάπης στον καναπέ μου''. Το τελευταίο που έζησε ήταν σεξ με την υπόκρουση του ''Θαυμαστού Μανδαρίνου'' του Bartok. Αυτό ήταν arguably και το πιο kinky πράγμα που έχω κάνει. Δεν ξέρω. Θα το ξανασκεφτώ και θα σου πω, αλλά έτσι μου φαίνεται τώρα.
Θα πάρω λοιπόν στην πλάτη μου για μια ακόμη φορά αυτό το μνημείο και θα επανεγκατασταθώ κάπου αλλού. Για να δούμε, τι θα δει.

Τρίτη, 5 Απριλίου 2011


Να ξέρεις, το αποψινό post είναι κατά κάποιο τρόπο υπαγορευμένο: υπάρχει κάποιος που με πίεσε να γράψω, με πιέζει εδώ και μέρες να γράψω κάτι, αν και μόλις και μετά βίας κατάφερα να βρω λίγη ησυχία και λίγο χρόνο στο σπίτι. Είναι τέτοιες οι μέρες αυτές, που η μόνη αίσθηση που έχω είναι ότι μονίμως ετοιμάζομαι για να φύγω είτε για τη δουλειά είτε για κάπου αλλού. Έχω ξεχάσει πώς είναι να κάθομαι με τον καφέ μου κι ένα τσιγάρο, έχω ξεχάσει τις μουσικές μου και ο γάτος, ο Σιμόν, με κοιτάει συνεχώς με μια φοβερή απαγοήτευση στα μάτια του που φεύγω πάλι.
Επιπλέον, αυτός ο κάποιος που με σπρώχνει να γράψω είναι κάπου εκεί έξω και με παρακολουθεί, το περιμένει αυτό εδώ, οπότε και δεν είμαι ακριβώς ελεύθερος να πω ό,τι να' ναι. Ή είμαι πιο ελεύθερος από ποτέ; Θα δείξει.
Έτσι που λες, έβαλα τώρα λίγο David Sylvian να ακούσω. Η μουσική του καταλύει το καθετί και χτυπάει το υποσυνείδητο κατευθείαν. Όταν αγόρασα για πρώτη φορά άλμπουμ του στις 17 Ιανουαρίου του 1988 (αν και τον ήξερα από πιο πριν, τότε μόνο αποφάσισα να το αποκτήσω) και έβαλα να το ακούσω το ίδιο βράδυ, η ζωή μου δεν ήταν ποτέ ξανά η ίδια. Ίσως και τώρα να με χαλαρώσει λίγο, να με κάνει να αφεθώ λίγο περισσότερο, παρά τη στενή παρακολούθηση. Ακούω ένα αεροπλάνο να περνάει, αν και είναι προχωρημένη η ώρα και συνήθως ακολουθούν άλλες κατευθύνσεις τα αεροπλάνα που απογειώνονται ή προσγειώνονται, δεν έρχονται από εδώ. Βλέπεις, λόγω προτέρου βίου έχω μάθει να αγκιστρώνομαι από τον ήχο αυτό και να τον ξεχωρίζω από όλους τους υπόλοιπους ήχους της πόλης. Επίσης, είχα ορκιστεί πέρυσι το καλοκαίρι ότι δε θα ξαναπάω για μπάνιο νότια, από Καβούρι μέχρι Λιμανάκια και Βάρκιζα: αντί να απολαμβάνω τον ήλιο, είχα μονίμως τα μάτια στραμμένα στον ουρανό ασυναίσθητα, εντοπίζοντας πότε το Airbus των Εμιράτων, πότε το Boeing της British που ήταν στην προσέγγιση - ήξερα και τις ώρες των πτήσεων, βλέπεις. Σιχάθηκα τον εαυτό μου. Και να πεις ότι τα αγάπησα κάποτε... Ποτέ δεν τα χώνεψα τα αεροπλάνα, σε αντίθεση με άλλους που γουστάρανε τρελλά.
Περίεργες και αυτές οι μέρες, όλο αντικρουόμενες δυνάμεις (σιγά το νέο, δηλαδή, αλλά είναι πιο έντονο τώρα) και την ίδια στιγμή μια βουβαμάρα, λες και όλα γίνονται από κάτω, σιωπηλά. Το κακό είναι ότι δεν ξέρω κι εγώ ο ίδιος αν όντως υπάρχει αυτή η βουβαμάρα ή αν εγώ από μόνος μου έχω κλείσει τον ήχο. Είναι σα να βλέπεις ποδόσφαιρο στην τηλεόραση χωρίς ήχο. Ξέρω ότι είχα κλείσει τον ήχο τους προηγούμενους μήνες και ήταν απόλυτα εσκεμμένο. Πιθανόν να μου' μεινε το κουσούρι, ξέρω κι εγώ; Πάντως γίνονται τέρατα και σημεία αυτόν τον καιρό και πιθανόν φοβάμαι ότι αν ανοίξω λίγο την ένταση θα ξεκουφαθώ.
Είναι κι αυτό το αίσθημα του ότι είμαι σε ανάρρωση, μετά τον πόνο των τελευταίων μηνών και την ταλαιπωρία των αμέσως προηγούμενων. Προσέχω περισσότερο αφενός, αφετέρου νοιώθω σα να ήμουν κλεισμένος κάπου για πολύ καιρό ακίνητος και τώρα να ξαναβγαίνω σιγά-σιγά στο φως. Δυσκολεύομαι ακόμη. Εντωμεταξύ, κάποιες μέρες παραμένουν φορτωμένες και γεμάτες. Την προηγούμενη βδομάδα με πήρε η Α. τηλέφωνο, ποταμός σωστός όπως πάντα. Θα βρεθούμε μεθαύριο και δε θα βάλουμε γλώσσα μέσα, θα βραχνιάσουμε, όπως κάνουμε συνήθως. Το περιμένω πως και πως. Την ίδια μέρα πέτυχα στο δρόμο τη γιαπωνέζα δασκάλα μου, είχα πολύ καιρό να της μιλήσω, ενώ την ίδια ώρα με έπαιρνε ο Λ. τηλέφωνο σε μια από τις γνωστές παρορμήσεις του για να βρεθούμε επί τόπου για ένα δεκάλεπτο αν ήμουν εκεί κοντά. Ήμουν και όντως καθίσαμε για λίγο στην πλατεία ανάβοντας απανωτά τα τσιγάρα, ανταλλάσσοντας πληροφορίες και αλλάζοντας θέματα με την ταχύτητα του φωτός. Υπερεντατικό.
Κάποια στιγμή είχα και τη γιορτή μου. Βγήκαμε με τον Α. και τον Δ. και ήταν συγκινητικό. Δε θυμάμαι γιατί, καθώς ήμουν τύφλα, αλλά ήταν. Ο Δ. είχε κάποια έκλαμψη και κάναμε μια φοβερή συζήτηση για τους πατεράδες μας, το ρόλο τους και την εικόνα που τους αποδίδαμε πάντα και το πώς αυτή η εικόνα και ο ρόλος ανετράπη κάποια στιγμή εξαιτίας κάποιου λίγο-πολύ τυχαίου περιστατικού. Είχαμε και οι δυο μια πολύ παρόμοια εμπειρία και βρήκαμε ότι ήταν καθοριστική για τα επόμενα χρόνια. Για μένα ήταν σαν κεραμίδα στο κεφάλι, άνοιξε κάποια τρύπα στον τοίχο και είδα φως από εκεί που δεν υπήρχε, καθώς και μια νέα διάσταση που ούτε υποψιαζόμουν. Δεν ξέρω τι είχε πάθει ο Δ. εκείνο το βράδυ και μιλούσε τόσο οργανωμένα, ο Α. πάντως το απέδωσε στο σεισμό της Ιαπωνίας. Με τον Α. πιαστήκαμε κάποια στιγμή, δε θυμάμαι με ποιά αφορμή, και ήταν πολύ ζεστό. Εμένα λέει Μάρθα Βούρτση, αλλά ξέρω ότι κι εκείνος είχε βουρκώσει λιγάκι.
Την επομένη της γιορτής μου έγινε το εξής: πήγαινα στο σπίτι του Δ. αργά το βράδυ, αμάν είχα κάνει να ξεκουνηθώ, από αναβολή σε αναβολή με πήραν τα μεσάνυχτα. Διασχίζοντας το φανάρι έξω σχεδόν από το σπίτι του άκουσα το όνομά μου. Γύρισα και είδα ένα γνωστό πρόσωπο: θυμάσαι που σου' λεγα για ένα παιδί με εξωτικό όνομα που βρέθηκα να φιλιέμαι μαζί του; Με είχε απασχολήσει τις επόμενες μέρες αρκετά, γιατί μου άρεσε, μου είχε φανεί πολύ εντάξει και εγώ είχα φύγει σαν κυνηγημένος, καθώς φαντάσματα του Χασάπη και τρόμος μη βρεθώ ξανά μπλεγμένος σε οτιδήποτε μπορεί να με πληγώσει έστω και αστραπιαία με περικύκλωσαν. Ένοιωσα τύψεις, το συζήτησα ξανά και ξανά με κανά-δυο φίλους. Είχα μάλιστα περάσει δυο-τρεις φορές από το ίδιο μπαρ μήπως και τον πετύχω, για να του εξηγήσω τουλάχιστον τη συμπεριφορά μου. Έπιασα τον εαυτό μου να κοιτάει γύρω ασυναίσθητα στο δρόμο μήπως και τον δω. Αυτός ήταν στο φανάρι. Πήρα κατευθείαν τηλέφωνο τον Δ. και είπα ότι θα αργήσω. Καθήσαμε να πιούμε κάτι με το παιδί, τον G., και τελικώς πέρασε το βράδυ ολόκληρο. Έχει αυτή την ικανότητα, διαπίστωσα στη συνέχεια, να περνάνε οι μέρες και οι νύχτες και οι ώρες μαζί του σαν μια στιγμή. Zeit-Vampir τον ονόμασα. Είμαστε μαζί από τότε, με μένα να νοιώθω σα να περπατάω σε ναρκοπέδιο. Δε λέω τίποτε άλλο για την ώρα, θα φανεί. Προς το παρόν αρκούμαι στις βόλτες που κάνουμε περιφερόμενοι όντως σαν τους βρυκόλακες στο κέντρο, μερικές φορές αργά τη νύχτα. Στην πρώτη από αυτές τις βόλτες βγάλαμε φωτογραφίες στο άγαλμα του Αλέξανδρου Υψηλάντη και είδαμε έναν γκιώνη από πολύ κοντά. Ενθουσιάστηκα και εντάθηκε η εικόνα μου αυτή περί βρυκολάκων. Έτσι κι αλλιώς κι αυτός ο ίδιος έχει κάτι από βαμπίρ και ως παρουσία και ως αίσθηση: νοιώθω ότι μπορεί να εξαϋλωθεί ξαφνικά όπως ακριβώς υλοποιήθηκε δίπλα μου σ' εκείνο το φανάρι. Ακούω συνέχεια ένα δημοτικό τραγούδι που μου έβαλε να ακούσω από την πατρίδα του, κάπου στη Μαύρη Θάλασσα. Είναι μόνο για αντρικές φωνές, χωρίς όργανα. Άκουγα από χρόνια κάποια αντίστοιχα βουλγάρικα, αλλά αυτό είναι διαφορετικό, αν και εξίσου στοιχειωτικό και τρομακτικό (τόσο, που είχε χρησιμοποιηθεί στην ταινία Nosferatu του Herzog, ανακάλυψα). Θυμήθηκα μια φάση όπου ανέβαινα στο χωριό μόνος μου με το αυτοκίνητο. Είχα βάλει να ακούσω αυτά ακριβώς τα βουλγάρικα παραδοσιακά τραγούδια. Ήταν προχωρημένο Φθινόπωρο, ανέβαινα αργά τις στροφές του βουνού και παρά τον ήλιο που είχα αφήσει πιο κάτω, εδώ υπήρχαν κομμάτια ομίχλης ανάμεσα στο δάσος και μια περίεργη σκοτεινιά και ησυχία. Μόνο η πολυφωνία των τραγουδιών. Κάποια στιγμή έπιασα τον εαυτό μου να κοιτάζει από τον καθρέφτη στο πίσω κάθισμα, ήμουν σίγουρος ότι είδα με την άκρη του ματιού μου κάποιον ή κάτι να κάθεται εκεί. Μου' φυγε η μαγκιά, σκιάχτηκα και έβαλα George Michael, μπας και στανιάρω.
Αυτά προς το παρόν, πέρασε η ώρα πάλι και χρειάζομαι δυνάμεις γιατί ίσως αύριο το βράδυ χρειαστεί να αντιμετωπίσω τον Α. που περνάει διπλό δράμα αυτές τις μέρες: αφενός έκλεισαν για ανακαίνιση τα McDonalds του Συντάγματος, όπου κατέφευγε τα ξημερώματα μετά τους ποταμούς Gin Tonic και νοιώθει ορφανός. Αφετέρου μπήκε η θερινή ώρα, πράγμα που σημαίνει ότι μεγάλωσε χαρακτηριστικά η μέρα και, όντας ο μουρλός που είναι, υποφέρει γιατί πάσχει από SAD και τον πιάνει κατάθλιψη με τα παρατεταμένα απογεύματα.

Η φωτογραφία σχετική με τη θεματολογία των βαμπίρ.