Παρασκευή, 29 Απριλίου 2011


...Κι έτσι λοιπόν, κωλυσιεργώντας αδικαιολόγητα, ως συνήθως, κάθομαι στον υπολογιστή. Να μαζεύω θα' πρεπε κανονικά, να τακτοποιήσω τα πράγματα σε κούτες, τώρα που έφτασε η ώρα της μετακόμισης. Αλλά τίποτε. Μόλις σήμερα θυμήθηκα με φρίκη (το είχα απωθήσει, βλέπεις) ότι την τελευταία φορά που μετακόμισα χρειάστηκε να έρθει το συνεργείο σε δύο διαφορετικές μέρες, γιατί δεν ήμουν έτοιμος. Απ' όσο ξέρω, μόνον εγώ έχω καταφέρει κάτι τέτοιο... Λες να γίνει και τώρα; Θα με σκοτώσει ο άλλος, που με περιμένει μετά φανών και λαμπάδων να πάω κι εγώ εκεί και να τακτοποιηθούμε το συντομότερο δυνατό. Αυτός φαντάζεται ότι σε μια μέρα, άντε δύο το πολύ, θα έχω βολέψει τα πάντα στη θέση τους και θα ζούμε σε ένα κανονικό σπίτι. Που να' ξερε ο πτωχός... Ποτέ δεν του έδειξα δυο-τρεις μικρές κούτες και κάποιες σακκούλες που έμειναν όπως ακριβώς ήταν την ώρα που τις έφερα εδώ: δεν τις άνοιξα ποτέ!...
Έλεγα στη μητέρα μου τις προάλλες όλο απελπισία ότι θα τα πετάξω όλα, δεν αντέχω πια όλα αυτά τα πράγματα που με περιτριγυρίζουν και με ακολουθούν όπου κι αν πάω, όσα σπίτια κι αν αλλάξω. Θέλω να τα ξεφορτωθώ πια, να μείνω με μια βαλίτσα. Ως συνήθως με γείωσε, λέγοντάς μου ότι εκείνη θέλει από το '50 να το κάνει αυτό, έχει ορκιστεί, έχει βλαστημήσει, έχει δοκιμάσει τα πάντα, αλλά ποτέ δεν το κατάφερε: πάντα μαζί της τα έχει όλα, τίποτε δεν πέταξε, γιατί απλά δε γινόταν. Φοβάμαι ότι κάποτε το σπίτι μου θα γίνει σαν το μαυσωλείο του Ceaousescu, μου το' λεγε παλιά ο Δ., αλλά δεν τον άκουγα...
Αυτό που μ' ενοχλεί είναι ότι περνάνε οι μέρες έτσι, χωρίς να κάνω τίποτε το ιδιαίτερο, καθώς το μυαλό μου είναι μονίμως εκεί. Τουλάχιστον, σήμερα που ήταν κάπως πιο αξιοπρεπής ο καιρός, έκανα μια μικρή βόλτα στο πάρκο γυρνώντας από τη δουλειά. Μ' αρέσουν οι μυρωδιές αυτής της εποχής. Εκείνο όμως που με ανέβασε πραγματικά ήταν ένα τριζόνι που ακουγόταν ανάμεσα στις φυλλωσιές. Δεν ξέρω γιατί, αλλά ο ήχος του πάντα με κάνει να γυρνάω κάπου πίσω, βαθειά μέσα. Όλα γίνονται πιο απλά, σκέτα, βασικά και ουσιώδη. Θα μπορούσα να τον ακούω για πάντα. Νομίζω ότι δεν υπάρχει άλλος ήχος που να προσομοιάζει στη σιωπή και να ταυτίζεται τόσο μαζί της.
Και τα βατραχάκια μ' αρέσουν, αλλά αυτά σίγουρα δεν είναι σιωπή. Αλήθεια, το' ξερες ότι ο βάτραχος στα Γεωργιανά λέγεται ''μπάκακα'' (ή περίπου, τέλος πάντων); Έτσι τον αποκαλούν και σε κάποια χωριά εδώ πέρα και το είχα ξεχάσει. Και στα Αλβανικά κάπως έτσι είναι η ονομασία. Προχθές το βράδυ κατέβασα μια σειρά βιβλίων ρωσικής γραμματικής. Θα προσπαθήσω να μάθω με τη βοήθεια του G., όσο καταφέρω, δεν έχει σημασία. Και τη δικιά του γλώσσα θα προσπαθήσω να μάθω, κι ας με δυσκολεύουν τα σύμφωνα και οι περίεργοι φθόγγοι και κάποιοι ήχοι τελείως ξένοι με μένα. Κάποτε ο κύριος Ε. είχε ξεκινήσει να μαθαίνει Ρώσικα για να μπορεί να διαβάζει Πούσκιν στο πρωτότυπο. Εγώ την ίδια εποχή ξεκίνησα μαθήματα Ιαπωνικών για να μπορώ να διαβάζω Mishima και Kawabata στο πρωτότυπο. Ούτε εκείνος ούτε εγώ φτάσαμε τους στόχους μας, αλλά κάτι κάναμε παρόλα αυτά. Τα συζητούσαμε κάποιο χειμωνιάτικο απόγευμα ακούγοντας μαζούρκες με τον Malcuzynski. Πάει καιρός από την τελευταία φορά που έπιασα να μελετάω ιδεογράμματα. Άλλη αίσθηση. Θα το ξανακάνω σύντομα, το ξέρω.
Οι επόμενες μέρες θα είναι δύσκολες και δε θα έχω internet. Ας είναι. Έχω ξαναπεράσει δύσκολα και στριμωγμένα. Τουλάχιστον τώρα έχω μια ευχάριστη προοπτική μπροστά μου, το ότι θα μοιραστώ τα πάντα με κάποιον. ''Θα χτίσουμε μαζί καινούργια πόλη'', είπε. Χαμογέλασα όταν το είπε. Χαμογελάω σπάνια τώρα πια, συνειδητοποίησα.