Τετάρτη, 16 Φεβρουαρίου 2011


Κατάφερα να λειτουργήσω ξανά την τηλεόραση απόψε (την έχω από τότε που πρωτοέμεινα μόνος μου, δε θες να ξέρεις πότε). Όχι ότι μου είχε λείψει δηλαδή, αλλά που και που χρειάζεται ν' ακούει κανείς και τα καθέκαστα. Άκουσα λοιπόν ότι το Βέλγιο εξακολουθεί να ζει βαθειά κυβερνητική κρίση λόγω (μάλλον, ποτέ δεν ξέρεις ξεκάθαρα με δαύτους...) της επιθυμίας διάσπασης Φλαμανδών και γαλλόφωνων. Ε, άμα έφτασε και το Βέλγιο να ζει πολιτική κρίση, τότε το όνειρό μου πλησιάζει να γίνει πραγματικότητα: η εικόνα της Ευρώπης και όλου του ''οράματος'' και ''οικοδομήματος'' (ο θεός να τα κάνει) να καταρρέουν, να βουλιάζουν, να παίρνουν τη θέση που τους αξίζει και να διαλύονται εις τα εξ ων συνετέθησαν: τα σκατά.
Το ξέρω ότι ακούγομαι πολύ δημαγωγικός και αφελής και τα τέτοια, αλλά δε δίνω μία. Έλα στη θέση μου: γεννήθηκα το 1970 και έφαγα τα νιάτα μου βλέποντας τη βοοειδή φάτσα του Κολ, τον σαρδόνιο Μιττεράν, το δικό μας καμάρι, τον Παπανδρέου και τη θεία, τη Θάτσερ κάθε βράδυ μπροστά μου (άλλο αν η τελευταία, κουφάλα όπως πάντα, μαγείρευε άλλα την ίδια ώρα με το συνάφι της, τον Ρήγκαν). Είναι να μην καταλήξω στην ψυχανάλυση μετά; Παιδικοί εφιάλτες, σου λέει. Εδώ να δεις εφιάλτης!... Όλο για ''όραμα'' άκουγα και ''ολοκλήρωση'' από ένα μάτσο απογόνους Οστρογότθων και Βησιγότθων, λογιστές του κώλου. Ήταν φωτισμένοι αυτοί τότε, μου είχε πει η φίλη μου η Α. Εμένα μου λες. Με τόσα λεφτά που κυκλοφορούσαν τότε και λίγο έως πολύ ειρήνη στον κόσμο και σχετική ησυχία κι εγώ έκανα τον οραματιστή - τραπεζίτη - λογιστή και θα' ριχνα και περισσότερα πυροτεχνήματα από εκείνους. Αυτοί οι άχρηστοι ούτε τα λογιστικά δεν κατάφεραν να κάνουν σωστά τελικώς, τα αποτελέσματα τα βλέπουμε τώρα.
Το ξέρω ότι η καυλιάρα Ευρώπη θα με πάρει μαζί της στο διάολο αν πέσει. Χέστηκα. Έτσι κι αλλιώς με έχει ήδη πάει στο διάολο η χαμούρα Μέρκελ με την κινητή γλίτσα από δίπλα, τον Σαρκοζί. Και ζω την πραγμάτωση του ευρωπαϊκού οράματος και την πλήρωση: αρχηγός μου είναι η καγκελάριος του 4ου Ράιχ, όχι ο πρωθυπουργός που ψήφισα, γυναίκα και κόρη πάστορα. Σε ποιόν να το πεις και ποιός να σε πιστέψει. Νομίζω ότι κι ο τελευταίος κάτοικος του Μπουρούντι την έχει πολύ καλύτερα από μένα: έχει ελπίδες τουλάχιστον.
Κάπου είδα τη φάτσα της τις προάλλες και παρατηρήθηκε η εξής ανακλαστική κίνηση (αλήθεια, δεν το έκανα επίτηδες): έπιασα τον εαυτό μου να σκέφτεται με αγάπη και συμπάθεια και σχεδόν νοσταλγία τις φάτσες του Μπρέζνιεφ και της Έλενας Τσαουσέσκου. Είχαν μια ζεστασιά αυτοί σε σχέση με το ζώον, έτσι μου φάνηκε.
Τέλος πάντων, με τούτο και μ' εκείνο παρέβην τις αρχές μου και αναλώθηκα σε κοινωνικο-πολιτικά σχόλια, ενώ κανονικά θα' πρεπε να αναλύσω με κάθε λεπτομέρεια τις επιπτώσεις της σχέσης μου με τον Χασάπη και τα επίπεδα σεροτονίνης στον εγκέφαλό μου. Τα πραγματικά σημαντικά θέματα της εποχής μας. Μπορώ όμως να ξεκινήσω και τώρα, ποτέ δεν είναι αργά.
Η προηγούμενη εβδομάδα ήταν απίστευτα φορτωμένη. Αφού δεν έκανα καμία δουλειά από όσες έπρεπε και άφησα πάλι τους λογαριασμούς και τα ενοίκια και τις εκκρεμότητες να τρέχουν, κατάφερα να φορτώσω το πρόγραμμά μου με τρόπο που μόνο εγώ μπορώ: την Παρασκευή το βράδυ, στο καπάκι μετά τη δουλειά, ήθελα να δω την αδερφή της πρώην μου που είχε έρθει ταξίδι-αστραπή από Θεσσαλονίκη. Τελικώς μαζεύτηκε κόσμος, ήρθε ο ένας, μετά κι ο άλλος, μετά κι άλλοι, στο τέλος κι ο Α. που είναι κι η καταστροφή μου σ' αυτά: ένα ποτό είχα πει να πιω και να πάω για ύπνο γιατί ήμουν κομμάτια, μόλις ήρθε ο καταραμένος λες κι άνοιξαν οι ουρανοί και έβρεχαν τζιν τόνικ. Έφυγε η πρώτη φουρνιά από το τραπέζι μας, εκεί εμείς. Μετά ήρθε δεύτερη φουρνιά, κάτι φίλοι του (γιατί, ξέρεις, ο Α. γνωρίζει τόσο κόσμο που όποτε είμαι δίπλα του νοιώθω σα να έχω βγει για ποτό με τη Βασίλισσα Ελισσάβετ: το χέρι του είναι μονίμως ορθωμένο σε χαιρετισμό στα πλήθη). Τα είπαμε και μ' αυτούς, φύγαν τα παιδιά, εκεί εμείς. Σώβρακο γύρισα σπίτι, αλλά το χειρότερο ήταν αυτό που θα ακολουθούσε το επόμενο πρωί: μου έσκασε τελευταία στιγμή να κάνω εγώ μάθημα, αν και δεν ήταν η σειρά μου, στα παιδιά στο Γκάζι. Μέχρι να βρω τα υλικά για τη μαγειρική και να φτάσω εκεί μου' φυγε το σκ... Αλλού πατούσα κι αλλού βρισκόμουν. Άργησα και πέντε λεπτά και μου την είπαν τα χαμένα. Τι θα κάνουμε σήμερα κύριε; ρωτάει ο Φερίτ. Γιουβαρλάκια, απαντώ. Δεν τα τρώω, απαντάει ο Φερίτ (που ποτέ δεν τρώει τίποτε από αυτά που φτιάχνουμε). Θα τα φας και θα πεις κι ένα τραγούδι, του λέω. Τραγούδι να πω, γιουβαρλάκια δεν τρώω, μου απαντάει.
Τα κάναμε τα γιουβαρλάκια, αλλά είπα να μη δημιουργήσω πάλι μεσανατολικό ζήτημα και είχα πάρει μόνο μοσχαρίσιο κιμά. Συγχύστηκα, γιατί ποτέ δε γίνονται καλά με μοσχαρίσιο κιμά, άμα δε βάλεις και λίγο χοιρινό σφίγγουν πολύ, δεν αφρατεύουν και δεν είναι νόστιμα. Την τελευταία φορά που τους έφτιαξα φαί με χοιρινό παραλίγο να ξεσπάσει Τζιχάντ. Γιατί, όπως είπα ανάμεσα στις φωνές, όταν τρώνε καλαμάκια χοιρινά και πίτσα με μπέϊκον είναι καλά, μόνο με τα δικά μου τα γιουβαρλάκια τον θυμούνται τον Αλλάχ. Παρόλα αυτά το είχανε φάει το χοιρινό τότε, κι ας φωνάζανε. Αμάν πια με τους μουσουλμάνους και τη θρησκεία-manual, που είχε πει κι ο Λ. Τέλος πάντων, τελείωσε και αυτό και έφυγα κατευθείαν για τη δουλειά.
Τελειώνοντας τη δουλειά το βράδυ τσακίστηκα να φτάσω κάπου νότια, όπου είχα ραντεβού με την Α. και την Π. Καθίσαμε σ' ένα ήσυχο μπαρ, πολύ ωραίο ομολογουμένως, με το πιο ωραίο martini dry που έχω πιει τους τελευταίους μήνες. Η Α. έπρεπε να φύγει νωρίς γιατί δούλευε χαράματα την επομένη. Η Π., με την οποία έχουμε κάποια ειδική και περιπετειώδη σχέση και την οποία είχα καιρό να δω, ήταν ορεξάτη. Ξεκινήσαμε να μιλάμε και αυτή τη φορά ξεπεράσαμε κάποια όρια που είχε θέσει η μέχρι τότε σχέση μας. Δουλεύαμε μαζί παλιά, βλέπεις, και κάθε φορά που βρισκόμασταν ήταν είτε στη δουλειά είτε με άλλους. Αυτή τη φορά είχαμε όλο το πεδίο ελεύθερο και αφηνιάσαμε. Είπαμε όσα δεν είχαμε πει επί πέντε χρόνια. Περίεργη η γνωριμία μας, συνεργαζόμασταν αλλά ήμασταν ουσιαστικά αντίπαλοι, ίδιο αντικείμενο αλλά διαχειριζόμενο από διαφορετική πλευρά και με διαφορετικά συμφέροντα ο καθένας. Όταν είχα πρωτοπάει στη δουλειά ήταν ο φόβος και ο τρόμος, σκύλα την ανέβαζαν, χάρο την κατέβαζαν. Με το που βρεθήκαμε για πρώτη φορά πάνω στη δουλειά κοιτάξαμε ο ένας τον άλλο και καταλάβαμε ακριβώς με ποιόν έχουμε να κάνουμε. Χτίσαμε μια διεστραμμένη σχέση, κατά την οποία μαζί δεν κάναμε και χώρια δε μπορούσαμε, βριζόμασταν αλλά προσπαθούσαμε να εκτοπίσουμε οποιονδήποτε άλλο συνάδελφο και να κάνουμε τη δουλειά μαζί. Πάντα υποψιαζόμουν ότι έχει κάποιες άλλες, πολύ κουνημένες πλευρές. Με είχε αφήσει να ρίξω κάποιες ματιές σ' αυτές τις πλευρές, το ίδιο κι εγώ στις αντίστοιχες δικές μου. Προχθές τα είπαμε όλα πια. Τίποτε δεν αφήσαμε. Δέκα και μισή καθίσαμε στο μπαρ, τρεις φύγαμε. Κι έχει και πολλά να πει, η κουφάλα. Ταινία πρέπει να την κάνουν...
Την Κυριακή δούλευα και στο μόνο κενό που είχα πήγα στους δικούς μου για φαγητό. Ευτυχώς χωρίς επεισόδια, παραήμουν πεσμένος για να δώσω συνέχεια στο οτιδήποτε.
Χθες και ο Α. και η Ε. είχαν πάρει άδεια από τις δουλειές τους. Εγώ είχα ρεπό, οπότε βρεθήκαμε αρχικά με τον Α. Ήταν μόλις η τέταρτη φορά από τότε που τον έχω γνωρίσει που τον βλέπω στο φως της ημέρας. Η νυχτερίδα. Καθίσαμε κάπου για καφέ, αφού έκανε κάποιες δουλειές του κι εγώ κάποια ψώνια (μετά από μήνες κατάφερα να αγοράσω δυο πουκάμισα και δυο μπλούζες, είχα ξεμείνει τελείως πια. Πήρα κι ένα φούτερ με κουκούλα και ο Α. με κατηγόρησε ότι είμαι ανεύθυνος, γιατί αν με σταματάνε έτσι κι αλλιώς οι μπάτσοι για εξακρίβωση στοιχείων, σκέψου τι έχει να γίνει άμα βάλω και την κουκούλα. Ένα δίκιο το έχει, πρέπει να πω...). Ανακάλυψα το τελευταίο κόλπο που έχει για να φτιάχνεται: Golden Flue, χάπια για το συνάχι. Αναμενόμενο για τον Α. Μου τα' δειξε με περηφάνεια. Προσπάθησα να του εξηγήσω ότι δεν είναι για πολλά-πολλά, ούτε τόσο ανώδυνα όσο ακούγονται, γιατί έχουν εφεδρίνη που έχει την ικανότητα να σε χαλαρώνει και να σου δημιουργεί ευεξία. Όντας επιρρεπέστατος σε κάτι τέτοια, εννοείται ότι έχει ήδη κατεβάσει δύο κουτιά. Μου τα' χε εξηγήσει ο Λ., διδακτορικό στα φάρμακα με ειδικότητα στα αντιβιοτικά και καθηγητής στο πανεπιστήμιο όταν του είπα ότι τα έπαιρνα στη φάση που ήμουν άρρωστος. Μην το παρακάνεις μ' αυτά, είπε, γιατί έτσι κι έτσι. Ευτυχώς που μου το είπες, απαντώ, γιατί ήδη είχα αρχίσει να τα αγαπάω ιδιαίτερα, όντας κι εγώ επιρρεπής σε ουσίες με τέτοιου τύπου αποτελέσματα. Ναι, επειδή το ξέρω, γι' αυτό στο τονίζω!
Μια και βγήκε στο φως της ημέρας ο Α. ήθελε να το εκμεταλλευτεί και να ψωνίσει παντελόνι. Δοκίμασε ό, τι υπήρχε και δεν υπήρχε στο πολυκατάστημα, μη σου πω και τα γυναικεία και τα παιδικά, χρειάστηκε δε να του τα ξαναφέρει όλα από την αρχή η πωλήτρια γιατί της είχε πει λάθος νούμερο. Απελπίστηκα κάποια στιγμή. Και ήταν ευτύχημα που δεν είχα άλλα λεφτά, αλλιώς θα είχα σηκώσει εγώ το μαγαζί πάνω στην απελπισία μου.
Στη συνέχεια πήγαμε και βρήκαμε την Ε. που είχε ήδη καθίσει και είχε παραγγείλει καφέ. Εννοείται ότι μ' αυτούς τους δύο ο καφές είναι απλώς το πρόσχημα, ήταν υπόθεση λεπτών μέχρι να εμφανιστεί το αλκόολ στο τραπέζι. Ήμουν τόσο κουρασμένος και άϋπνος και ταλαιπωρημένος, που ένοιωθα ότι θα πέσω κάτω. Άσε που η συνεδρία που είχε προηγηθεί το ίδιο πρωί ήταν ακόμα δυσκολότερη, αφενός γιατί δεν είχα καμία διάθεση συγκέντρωσης στην κατάσταση που ήμουν, αφετέρου γιατί όταν το αποφάσισα για κάποιο διαστροφικό λόγο έπιασα το θέμα των γονιών - μακράν το χειρότερό μου, τζιζ. Να μη στα πολυλογώ, φτάσαμε βράδυ πια να προσπαθούμε να γυρίσουμε σπίτια μας. Λέω ''προσπαθούσαμε'' γιατί είχε έρθει στο μεταξύ και ο Δ. ορεξάτος και με αλάλιασε πάλι με τις βλακείες του. Ήμασταν Μοναστηράκι και μου' δειξε τους Αέρηδες λέγοντάς μου κάτι σχετικό με την πύλη του Αδριανού. Κατάλαβα με τα πολλά ότι νόμιζε πως εκεί είναι η πύλη. Του εξήγησα πού είναι, δεν τον έπεισα. Μετά κάτι είπε για το δρόμο του Αδριανού (την οδό εννοούσε, αλλά δεν μπορεί να μιλήσει κανονικά ελληνικά, βλέπεις, είναι από τα μεσόγεια) κι εγώ προσπαθούσα να φανταστώ τι μπορεί να εννοεί, μήπως μιλάει για την Ιερά Οδό και τα' χει μπερδέψει. Μετά ρώτησε τι είναι αυτό το μεγάλο κτίσμα δίπλα στο σταθμό του Ηλεκτρικού και ανακάτεψε και τη Στοά του Αδριανού. Του Αττάλου, του λέω, εννοείς, κόλλημα με τον Αδριανό και ποιό κτίσμα λες; Δευτερόλεπτα μετά κατάλαβα ότι μιλούσε για το τζαμί. Εκεί έβαλα τις φωνές πια, δεν άντεξα άλλο. Έτσι μου κάνει κάθε φορά, πετάει μια βλακεία, προσπαθώ να ασχοληθώ και να του εξηγήσω πού κάνει λάθος και μετά έρχεται η χιονοστιβάδα κι εγώ είμαι πάντα απροετοίμαστος για τον όγκο μπούρδας που με περιμένει. Φταίω εγώ μετά; Το μυαλό αυτού του παιδιού πρέπει να το στείλουν για μελέτη, είναι άλλο πράγμα τελείως από αυτό που ξέρουμε για τους ανθρώπους. Σκέψου να' σαι και τουρίστας και να τον ρωτήσεις τίποτε, θα πιστέψεις ότι είσαι στη Ρουέν αντί για το Θησείο...
Η πιο ωραία στιγμή όμως της περασμένης εβδομάδας ήταν η Τετάρτη βράδυ, δύο παρά τέταρτο: καθόμουν στον υπολογιστή και άκουσα ένα ανεπαίσθητο χτύπημα στο κουδούνι της εξώπορτας. Σήκωσα το ακουστικό χωρίς να μιλήσω και ακούω τον Λ. από κάτω να μουρμουράει πράγματα. Ανέβα ρε, του λέω. Ανέβηκε. Από τη σκάλα ακόμη τον άκουγα να λέει διάφορα, κάτι για συγνώμη και ότι πάλι είχε χάσει τα τηλέφωνά μου (το πώς γυρνάει σπίτι του αυτός ο άνθρωπος και δε χάνεται μου είναι ακατανόητο) και ήταν η πέμπτη φορά που είχε έρθει και χτύπαγε τα κουδούνια μου, κάποιο άλλο βράδυ είχε στήσει και καραούλι απ' έξω αλλά δεν ερχόμουνα και συγνώμη ρε φίλε, δεν ξέρω πού τα έβαλα και ήθελα να σε δω και μη νομίζεις ότι δε σε πήρα και σε γράφω, να, όλο εδώ απ' έξω είμαι γιατί ήθελα να σε δω λίγο και η γυναίκα μου μου' βαλε χέρι που έχασα τα τηλέφωνα, αλλά κάπου τα είχα και μετά τα' χασα... και ούτω καθ' εξής. Κατάφερα να τον καθήσω στον καναπέ, του' δωσα και τσιγάρο και χάρηκα όσο ποτέ άλλοτε που τον έβλεπα. Αυτός ο άνθρωπος είναι το καλύτερο πράγμα που μου έχει συμβεί εδώ και πολλά χρόνια!

Η φωτογραφία αντιπροσωπεύει αυτό που θα ήθελα να κάνω, αλλά δεν μπορώ: κάποιος με έχει καταραστεί να μη μπορώ να ξαπλώσω στο κρεβάτι για πολλή ώρα και να χαλαρώσω στ' αλήθεια, να μη σκέφτομαι τίποτε για κάμποση ώρα και μετά να κοιμηθώ βαθειά.

Τρίτη, 8 Φεβρουαρίου 2011


Με μεγάλη μου ευχαρίστηση παρατήρησα ότι η μέρα έχει ήδη αρχίσει να μεγαλώνει. Καιρός ήταν. Κάποτε μου άρεσε ο χειμώνας και το κρύο, όσο μεγαλώνω αποκτώ μια όλο και μεγαλύτερη δυσανεξία σε αυτό. Πέρυσι τον Σεπτέμβριο, ένα βροχερό μεσημέρι, είχα ορκιστεί παρουσία της Α. ότι θα μεταναστεύσω σε μια χώρα όπου θα έχει μόνο ήλιο και ζέστη άνω των 37ο C. Το έχω ξαναπεί αυτό για τη μετανάστευση παλιότερα, αλλά για άλλο λόγο, ήταν τότε που είχε βγει βρώμα ότι η Γιάννα Αγγελοπούλου-Δασκαλάκη θα είναι υποψήφια για Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Δεν έγινε τελικώς, οπότε έμεινα εδώ...
Σήμερα ήταν μέρα γεμάτη συγκινήσεις και εντάσεις, οι οποίες είχαν ξεκινήσει από χθες το μεσημέρι, όταν πήγα για φαγητό στους δικούς μου. Έτσι κι αλλιώς έχει ένταση το γεγονός από μόνο του, μονίμως είναι σα να πλέουμε σε έναν ωκεανό βενζίνης: μια σπίθα και αρκεί να ανατιναχθεί το σύμπαν. Έτσι και χθες: ο πατέρας μου με ρώτησε τι σκοπεύω να κάνω τελικά, αν θα ξαναπαντρευτώ ή αν έχω αποφασίσει να μείνω εργένης (''πράγμα που είναι οκ κατ' αρχήν, κάποιοι άνθρωποι το κάνουν, αλλά θα πρέπει να αποφασίσεις, ξέρεις..."). Προλάβαμε και τη σβήσαμε τη φωτιά, απεσωβήθη η κρίση με μια παρέμβαση της μάνας μου για τις εκπτώσεις στα ρούχα κι ένα πουκάμισο που είδε και θα μου πήγαινε γάντι. Πάντα ήταν η πιο γρήγορη σ' αυτά.
Μετά, το βράδυ, βγήκα με τον Γ. που μου έθεσε με τη γνωστή ωμή αθωότητά του το ζήτημα της κοινωνικής μου και επί των διαπροσωπικών σχέσεων απροσφορότητας, έτσι όπως το αντιλαμβάνεται αυτός. Είναι θέμα στο οποίο έχω σκοντάψει περίπου 5 φορές στο παρελθόν (ναι, τις μέτρησα και ήταν μία και μία οι περιπτώσεις, δεν μπορώ να τις αγνοήσω). Ούτε στη συνεδρία σήμερα μπορούσα να το αγνοήσω πλέον, έπρεπε να τεθεί επιτέλους ανοιχτά. Εκεί να δεις δράματα και συγκινήσεις... Φτάσαμε, βλέπεις, στον πυρήνα. Κι εδώ αρχίζει το πακέτο, γιατί άντε να βγάλεις άκρη: το ότι έχω κατεβάσει παροχές αυτή την περίοδο είναι το μόνο βέβαιο, οπότε έχει κοπεί κάθε τρόπος να πάρω πράγματα από τους άλλους, εξίσου όμως συνεχίζει η αδυναμία μου να δώσω στους άλλους. Για να δώσω στους άλλους, θα πρέπει να έχω εγώ ο ίδιος, να ''δώσω'' εγώ στον εαυτό μου. Κοίτα εξίσωση τώρα. Και δώσε λύση.
Με πόνεσε η κουβέντα του Γ. γιατί, όπως είπα, είναι πονεμένο σημείο και το έχω ξαναδεί το έργο. Έχω χάσει πολλά έτσι. Το καλοκαίρι έχασα την Α. για αυτόν ακριβώς το λόγο. Και δεν ξέρω πώς να το αντιμετωπίσω και αν μπορώ καν. Δε με παίρνει όμως, θα πρέπει να βελτιωθεί, αν όχι να τακτοποιηθεί ριζικά, η κατάσταση, γιατί δε με βλέπω καλά. Ήδη έχω πάθει ασφυξία. Εμπάργκο κανονικό στον εαυτό μου. Πώς τα' χω κάνει έτσι;
Άσε την αυτόματη φρικαλέα σκέψη: ρε Χασάπακλα, μήπως έφταιγα κι εγώ εξίσου με σένα, που είχες τη διαπροσωπική προσφορότητα ενός βρέφους; μήπως δεν ήμουν κι εγώ καθόλου καλύτερος; (παρένθεση, παραληρώ, το ξέρω, την κλείνω)
Πριν τις συγκινήσεις της συνεδρίας όμως είχε προηγηθεί άλλο έπος (αυτό ειδικά αφιερωμένο στον Άσωτο): έφτασα σκοτωμένος όπως πάντα στο γραφείο του ψυχαναλυτή, γιατί είχα αργήσει να κοιμηθώ, χτύπησα το κουδούνι, αλλά δεν ήταν εκεί. Θα' χει αργήσει ο άνθρωπος, είπα, ας πάω λίγο πιο πέρα να πάρω έναν καφέ. Άλλαξα γνώμη και περίμενα στη γωνία (πίσω από την αμερικανική πρεσβεία). Δεν ερχόταν ο γιατρός, πήγα λίγο πιο πέρα, άναψα τσιγάρο, ξαναγύρισα, πέρασα στο από πάνω στενό. Φασαρία ξαφνική πίσω μου και κινητικότητα, ακούω και μια φωνή: "κύριε σταματείστε, παρακαλώ, εκεί που είστε!". Γύρισα και είδα ένα περιπολικό με τους φανούς να αναβοσβήνουν σα χριστουγεννιάτικο δέντρο, ακούστηκε και η σειρήνα, ο ένας μπάτσος - συνοδηγός κρεμασμένος έξω από το παράθυρο να μου λέει να σταματήσω. "Εγώ;" του κάνω αποσβολωμένος. "Ναι, μου λέει, σταθείτε εκεί που είστε και βγάλτε τα χέρια από τις τσέπες! χαρτιά έχετε;" Να μην τα πολυλογώ, με κάναν ολόκληρο φύλλο και φτερό, εκείνη πια η τσάντα που κουβαλάω στον ώμο και τα περιεχόμενά της έχουν γίνει διάσημα, τα' χει δει η μισή Αθήνα πια. Μου είχε φωνάξει, λέει, συνάδελφός τους να σταματήσω νωρίτερα και δεν υπάκουσα. Σε ποιόν να τα πεις και ποιός να σε πιστέψει... Ρε παιδιά, λέω, έλεος, στη γειτονιά αυτή ζούσα μέχρι πρόσφατα και εξακολουθώ να έχω πάρε-δώσε, από πότε θεωρούνται ύποπτες οι κινήσεις μου; ''Είναι περίεργες οι εποχές...'', μου απαντά κρυπτογραφικά ο μπάτσος.
...και όταν λέω έπος, το εννοώ, γιατί μόνο έτσι μπορεί να περιγραφεί το άδειασμα της τσάντας μου: καλά η φωτογραφική μηχανή, καλά ο δεύτερος και ο τρίτος φακός που είχα, καλά και τα χρήματα για το ενοίκιο (που δεν το πλήρωσα ποτέ, γιατί είπαμε δεν ξύπνησα), καλά και τα δύο πακέτα καπνού και τα εφτά rizzla πράσινα. Μετά έβγαλε ένα κουτάκι και το περιεργάστηκε με περιέργεια. "Depon με εφεδρίνη είναι, λέω, για το συνάχι". Δεύτερο κουτάκι. "Αυτό είναι αντιβίωση". Τρίτο κουτάκι. "Αυτό είναι για τις λοιμώξεις του αναπνευστικού". Τέταρτο κουτάκι. "Είναι άλλη αντιβίωση, πιο ισχυρή, για την περίπτωση που δε με έπιανε η πρώτη. Ε τι να κάνω, τώρα μόλις συνήλθα από μια πολύ άσχημη ίωση!'', βιάζομαι να συμπληρώσω βλέποντας το μάτι του να γουρλώνει. ''Και αυτά;!'' θριαμβολογεί ο μπάτσος κραδαίνοντας ένα σακκουλάκι με κάτι μυστήρια καφέ μπαλάκια μέσα. ''Σοκολατάκια με γεύση μόκα, μου τα δώσαν στη δουλειά'', του απαντώ.
''Μπορώ να φύγω τώρα, έχω ραντεβού με γιατρό και το πληρώνω πολύ ακριβά!''
"Σε τι γιατρό θα πάτε;"
"Ψυχαναλυτή"
Αυτό ήταν, το έκανε το θαύμα του ο γιατρός, γιατί στην αναφορά και αυτού επιπλέον μετά τις αντιβιώσεις και τα σοκολατάκια με αφήσανε στην ησυχία μου...
(Σημείωση: να θυμηθώ να ρωτήσω τον πατέρα μου πόσες φορές τον είχαν σταματήσει για εξακρίβωση στοιχείων στη δικτατορία. Έχω την υποψία ότι μάλλον τον περνάω τώρα πια. Ξέρω ότι κάποτε είχε βγει να τινάξει ένα κατακόκκινο χαλί κάπου που δεν έπρεπε και η μάνα μου πέρασε τη νύχτα προσπαθώντας να πείσει τους ασφαλίτες ότι όχι, δεν είναι κομμουνιστής, αλλά αξιοσέβαστος πολίτης. Τα' κανε κάτι τέτοια ο άτιμος)
Μετά από την εποποιία και τη συνεδρία έκανα για πρώτη φορά baby sitting στο μωρό της πρώην γυναίκας μου για 20'. Έπρεπε να δει κάποιον στο νοσοκομείο και δεν ήθελε να πάρει το μωρό μέσα, οπότε ο μόνος εύχερος ήμουν εγώ γιατί βρισκόμουν δίπλα. Χέστηκα πάνω μου, αλλά τα κατάφερα. Δεν έκλαψε, του' χωσα και την πιπίλα στο στόμα και μου γέλασε κιόλας. Η κακούργα μου είπε να μην το παίρνω απάνω μου γιατί είχε φάει το χαμό πιο πριν το μωρό, είχε στουμπώσει και γι' αυτό ήταν ήσυχο.
Το απόγευμα πήγαμε για καφέ με την Ε. Ξαμολυθήκαμε σε όνειρα, εκείνη θα κάνει, λέει, μαθήματα photoshop και fashion design για να φτιάχνει μόνη της τα ρούχα της. Εγώ θα κάνω μεταπτυχιακό και διδακτορικό στο εκκλησιαστικό δίκαιο (τι να κάνω, μόνο αυτό είχα βρει σχετικώς ενδιαφέρον στη σχολή, άντε λίγο και το συνταγματικό!). Μετά κρυώσαμε, συνήλθαμε και είπαμε να την κάνουμε για σπίτια μας.
Τώρα που είπα για εκκλησιαστικό, ο καθηγητής που το δίδασκε ήταν γαμάτος και απόλαυση να τον παρακολουθείς. Το παρακολουθούσαμε με τον Σ., τον έχω ήδη αναφέρει, βγαίναμε για λίγο μαζί, παράλληλα και με τη Χ., και ήμουν μέσα στο σεξ και την ακολασία τότε. Τελειώνοντας το τελευταίο πριν τα Χριστούγεννα μάθημα, ο καθηγητής δήλωσε: ''επειδή ξέρω ότι έχετε πλήρως αντιληφθεί το νόημα των εορτών αυτών, σας εύχομαι πολυποσία, πολυφαγία και πάσης φύσεως ηδονικές απολαύσεις''.
Μείναμε μαλάκες με τον Σ. ''Πάμε να φύγουμε από εδώ, κάτι ξέρει αυτός για μας!'' μου ψιθυρίζει έντρομος. Μπορεί και να' ξερε, ήταν έξυπνος άνθρωπος...


Η φωτογραφία είναι από την απογευματινή βόλτα με την Ε. Είναι αυτά τα χειμωνιάτικα πεντακάθαρα απογεύματα που μ' αρέσουν, ποτέ δεν τα βαριέμαι.

Σάββατο, 5 Φεβρουαρίου 2011


Πάλι το ξενύχτησα σήμερα στο σπίτι, πρέπει να κοπεί αυτή η κακή συνήθεια. Και μόλις είχα αρχίσει να συνέρχομαι... Δε γίνεται, αύριο θα βγω για ένα ποτό βρέξει-χιονίσει (κυριολεκτικά). Δε λέω, σε σχέση με τον προηγούμενο καιρό που είχα μουχλιάσει τελείως κάτι έκανα αυτή την εβδομάδα, αλλά πρέπει να ξαναρχίσει κάποια κίνηση γιατί δεν πάει άλλο.
Η αλήθεια βέβαια είναι ότι ήθελα να χαρώ και λίγο το σπίτι τον προηγούμενο καιρό - για πρώτη φορά, μετά τη φάση του τελευταίου
εξαμήνου, που απλώς δεν ήμουν πουθενά. Και το χαίρομαι, έκανα και κάποια πράγματα που ήθελα, το μάζεψα λίγο, εξαφάνισα μερικά... Τώρα θα πρέπει να ξαναθυμηθώ πώς είναι να ζει κανείς την κάθε μέρα, από μέρα σε μέρα, χωρίς την προοπτική που σου δίνει μια δυνατή σχέση. Δεν πειράζει, μερικές από τις πιο ευτυχισμένες στιγμές μου υπήρξαν ακριβώς σε τέτοιες περιόδους, όπου ζούσα την καθημερινότητά μου, αυτή που ήταν. Έτσι επιζούν εξάλλου και οι περισσότεροι άνθρωποι, από ότι καταλαβαίνω. Και το να περιμένει κανείς από κάποιον άλλο να του δώσει μια άλλη διάσταση και να θεωρεί ότι μόνο αυτή η διάσταση αξίζει νομίζω ότι είναι λίγο κατάντια.
Το μόνο πρόβλημα είναι κάτι που τέθηκε (πιο αμείλικτα από ποτέ) στην ψυχανάλυση την τελευταία φορά: στην αναφορά μου στην καθημερινότητά μου και στην ανάγκη μου να ξαναγυρίσω σε αυτή αυτόματα συμπλήρωσα ότι παρόλα αυτά δεν είμαι ικανοποιημένος, νοιώθω ότι κάτι λείπει. Όχι μόνο τώρα, σ' αυτές εδώ τις συνθήκες, που είναι και κάπως λογικό. Το ένοιωθα και παλιότερα. Ο ψυχαναλυτής με ρώτησε: ''μήπως λοιπόν δεν είναι αρκετή αυτή η καθημερινότητα και τα πράγματα που την αποτελούν; μήπως δεν ήταν ποτέ αρκετή;''
Τρικλοποδιά γερή. Έτσι είναι, αλλά δεν είχα τολμήσει ποτέ να το πω στον εαυτό μου. Τώρα λοιπόν που το είπα, που να σταθώ; Και, κυρίως, πού να στραφώ; Άντε να εξηγηθεί αυτή η μέχρι τώρα ανεπάρκεια, να συμφιλιωθώ μαζί της και να καταλάβω πώς θα γεμίσω αυτό που λείπει. Και δεν είναι μόνο το θέμα αν θα το γεμίσω. Υπάρχει και η περίπτωση να μη χρειάζεται κανένα γέμισμα. Απλά μια διαφορετική στάθμιση και ερμηνεία. Ανάγκη για πληρότητα. Και ποιός δεν την έχει; Έλα όμως που σε μένα είναι τόσο μεγάλη, που τα πράγματα φτάσανε στο απροχώρητο. Α ρε μάνα, τι σκεφτόσουν όταν με είχες στην κοιλιά σου;
Μεράκλωσα τώρα ακούγοντας trance radio, γαμώ τους σταθμούς. Η καλύτερή μου: ένας αχανής χώρος και trance να παίζει δυνατά, όσο δυνατά γίνεται, και σπρωξίδι και χάσιμο. Κανένας δε με κατάλαβε ποτέ σ' αυτό, αλλά πάντα η trance (κάποια είδη τουλάχιστον) μου φέρνει δάκρυα στα μάτια. Είναι σα να είμαι έφηβος, δεκαπεντάρης, και η γκόμενα που γουστάρω φασώνεται με τον καλύτερο φίλο μου. Αυτό μου' ρχεται στο μυαλό. Και συγκινούμαι.
Προχθές γύριζα το βράδυ από τη δουλειά περπατώντας. Μπήκα στο πάρκο του Πεδίου του Άρεως όπως πάντα και είχα το mp3 στ' αυτιά να παίζει τον ''Πύργο του Κυανοπώγωνα'' του Bela Bartok. Γαμώ. Μάλλον το έχω χάσει τελείως, αλλά γαμώ ήταν.