Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2011


Πέρασαν οι μέρες πάλι. Αυτό είναι ένα ανησυχητικό σημάδι: όσο μεγαλώνω, τόσο θέλω να περνάει γρήγορα ο καιρός. Ανακουφίζομαι να βλέπω τις μέρες, τις βδομάδες και τους μήνες να τρέχουν. Τι είναι αυτό από το οποίο κρύβομαι και προσπαθώ να αφήσω πίσω μου, άγνωστο.
Επίσης οι μέρες που πέρασαν δεν ήταν αυτό που ήθελα. Ένοιωσα εκτός συναγωνισμού σε πολλά επίπεδα: σα να ήμουν ξένος στις παρέες με τις οποίες βρέθηκα, σα να μη μπορούσα να επικοινωνήσω σε κανένα επίπεδο. Ένοιωσα αρκετά μόνος κάποιες στιγμές και κάποιες άλλες πως ό,τι κάνω αυτόν τον καιρό είναι λίγο. Αυτό το αίσθημα του λίγου με καταδιώκει πάντα, είναι στιγμές όμως που γίνεται ανυπόφορο. Και δεν ξέρω τι θα ήταν αυτό που θα έκανε τη ζωή μου να μου φαίνεται περισσότερη. Άσε πια που για κάποιους αντικειμενικούς λόγους απελπίστηκα. Προσωρινά μεν, αλλά απελπίστηκα στ' αλήθεια. Δυσκολεύτηκα πολύ.
Είναι όμως κάποια πράγματα που με έβγαλαν, έστω για μια στιγμή, από όλο αυτό: σε μια πολύ κακή στιγμή με πήρε η Χ. τηλέφωνο για να μου πει: 1) ότι με αγαπάνε, αυτή και το νεογέννητο αγοράκι της και 2) ότι θα ήθελε να φάμε μαζί το μεσημέρι και αν θα μπορούσα να περάσω; Με ζέστανε.
Κάτι άλλο ήταν μια αφιέρωση από μια ηλεκτρονική φίλη. Δεν την έχω γνωρίσει, ζει στο εξωτερικό, αλλά τα γράμματά της είναι μια όαση. Γεμάτη δυσκολίες κι εκείνης η καθημερινότητα, αλλά είναι πραγματική story-teller και είναι μια απόλαυση να την ακούς να φτιάχνει εικόνες και σενάρια από μικρά στοιχεία που μαζεύει για τον άλλο. Η τελευταία μας εφεύρεση είναι να παριστάνουμε ότι ζούμε το 1811: εκείνη με τον πατέρα της να προσπαθεί να του εξηγήσει ότι δε φταίει εκείνος που τους παράτησε η μητέρα λίγα χρόνια νωρίτερα για να ακολουθήσει το τσίρκο (στην πραγματική της ζωή ο πατέρας είναι εκείνος που έφυγε και τους άφησε) και με μόνιμες ασχολίες της τις συζητήσεις με τη μαγείρισσα για το αν θα φτιάξουν την τάρτα με αγριομάραθο σήμερα ή το ραγού και ποιό teacloth ταιριάζει με το σερβίτσιο. Εγώ πάλι ζω σε μια φάρμα με κυριότερες ανησυχίες μου τον κισσό που θα φάει κάποτε τους τοίχους του σπιτιού και τη βροχή που θα μου χαλάσει ό,τι φύτεψα. Βρισκόμαστε κάπου ανάμεσα και τα λέμε, λέμε ιστορίες διάφορες. Κάποιες από αυτές πονάνε πολύ. Καμιά φορά επιλέγουμε να μείνουμε σιωπηλοί, παρατηρώντας τη νύχτα που πέφτει και τις πυγολαμπίδες να πετάνε πάνω από τον κήπο. Μου έκανε λοιπόν μια αφιέρωση τις προάλλες στο site όπου ανεβάζουμε φωτογραφίες (έτσι γνωριστήκαμε), ένα πορτραίτο της όπου διαβάζει ένα υπέροχο βιβλίο, το Norwegian Wood του Haruki Murakami. Το λατρεύω αυτό το βιβλίο και ήμουν εγώ που μιλούσα για τον συγγραφέα αυτό σε κάποια προηγούμενη φωτογραφία μου. Εγώ τι λες να της αφιερώσω;
Και όμως, ίσως να την αδικώ τη ζωή μου, τώρα που το σκέφτομαι: πριν μερικά βράδια πήρα τον Λ. με του που γύρισα από τη δουλειά. Το σήκωσε η γυναίκα του, που μόλις με άκουσε μου είπε κατευθείαν ''έλα από εδώ, μαγειρεύω μακαρονάδα με θαλασσινά!''. Πράγματι πήγα επί τόπου, μένουν εδώ πιο κάτω. Με αγκαλιάσανε και οι δυο, μου δείξανε με τόση θέρμη πόσο χαιρόντουσαν που με έβλεπαν, που βούρκωσα. Ήταν η πιο υπέροχη μακαρονάδα που έφαγα ποτέ.
Ακόμη, με πήρε ο Μ. για καφέ. Μίλησα για τη συνάντησή μας την προηγούμενη φορά. Και αυτό ήταν σημαντικό, επεδίωξε με κάθε τρόπο να βρεθούμε και είναι δύσκολες για αυτόν οι κοινωνικές επαφές. Με το γνωστό του στραμπουληγμένο τρόπο μου έδειξε ότι χαίρεται που βρισκόμαστε και επειδή ακριβώς εκφράζεται τόσο δύσκολα, έχει ακόμα μεγαλύτερη αξία η ομολογία του. Του το έδειξα κι εγώ.
Την Καθαρή Δευτέρα βρέθηκα καλεσμένος στο σπίτι του Γ. Τιμή μου που ένας τόσο ενδιαφέρων άνθρωπος θέλει να κάνει παρέα μαζί μου. Λίγες μέρες νωρίτερα είχαμε βρεθεί σε κάποιο πάρτυ, ψιλομασκέ. Όλοι είχαμε κάτι αποκριάτικο, είτε φτιαγμένο πρόχειρα είτε αγορασμένο την τελευταία στιγμή από κάποιο μαγαζί με εποχικά είδη. Αυτός είχε μια μάσκα από παράσταση τραγωδίας, original πράγμα, λόγω δουλειάς του. Για μια ακόμη φορά μας έκανε τη μούρη χώμα ο άτιμος... Το προηγούμενο βράδυ, παρά το προχωρημένο της ηλικίας του, με είχε ακολουθήσει για ένα ποτό σε κάποιο μπαρ. Γνώρισε έτσι και τον Α. και τον Δ. Σουρεάλ τουλάχιστον η κατάσταση. Ο Δ. είχε ανακοινώσει νωρίτερα ότι στις επόμενες εκλογές θα ψηφίσει Χρυσή Αυγή, κάνοντας Τούρκους κι εμένα και τον Α. και μετατρέποντας την ομήγυρη σε συζήτηση καφενείου χωριού στα Μεσόγεια. Δεν το πίστευε, απλά έτσι τα λέει κάτι τέτοια για να ανάβουν τα αίματα.
Προχθές το βράδυ βρέθηκα να κάθομαι στο ίδιο παγκάκι με έναν μετανάστη. Εγώ χάζευα απλώς το φεγγάρι πριν γυρίσω σπίτι. Αυτός ήταν σε μια παρεμφερή με τη δική μου κατάσταση απελπισίας σε σχέση με τη ζωή του. Τον κέρασα τσιγάρο, του έδωσα και δυο πουκάμισα που με είχε φορτώσει νωρίτερα η μάνα μου και που δε θα φόραγα ποτέ, καθώς και ένα γλυκό που είχα μαζί μου, μην ψάχνεις γιατί. Μιλήσαμε λίγο, στο τέλος του είπα να μη στεναχωριέται και πως όλα θα πάνε καλά. Η ειρωνία...
Χθες βρέθηκα σε ένα επεισόδιο με μαύρους λαθραίους πωλητές, μπάτσους και πολίτες στην Ακαδημίας. Δυστυχώς το καλύτερο μέρος το είχα χάσει, το λόγο για τον οποίο ξεκίνησε η αναταραχή (από ότι μου είπαν κάποιοι, πήραν τα εμπορεύματα των πωλητών και ένας τους έβγαλε γκλομπ και χτύπησε κάποιον χωρίς λόγο), παρόλα αυτά βρέθηκα μάρτυρας όλης αυτής της οργής που δείχνει να βγαίνει με κάθε ευκαιρία τώρα πια. Και τη χάρηκα. Ένα σωρό περαστικοί τα είχαν βάλει με τους μπάτσους λέγοντάς τους διάφορα, μερικά εκ των οποίων ήταν πραγματικά καλά. Ένας τους έκανε εύστοχη παρατήρηση σχετικά με την αλλαγή τακτικής τους λίγο πριν τις εκλογές και τώρα, με το νέο δήμαρχο. Κάποιος άλλος αποκάλεσε έναν μπάτσο ''Χίτη'', ο μπάτσος τον αποκάλεσε αναρχικό και το θέμα άρχισε να αγριεύει. Εγώ ζήτησα να μου πούνε πού ακριβώς στο Σύνταγμα και τον Κώδικά τους προβλέπεται η χρήση γκλομπ στο πλαίσιο ''εκκαθάρισης'' ή σκούπας, όπως τη λένε την καφρίλα τους. Ακούστηκε κάποιος από το πλήθος να διαμαρτύρεται ότι ''εσείς κάνετε τη ζωή των αστυνομικών δύκολη, σε μια στιγμή που κάνουμε αμάν να επιβληθεί η τάξη''. Του απάντησα ότι είναι φασίστας, δεν πρόλαβε να ασχοληθεί μαζί μου γιατί του την πέσανε διάφοροι άλλοι. Και το επιχείρημα-καταπέλτης ενός από τους μπάτσους: για πηγαίνετε εσείς στο Ιράν να πουλήσετε σεντόνια στο δρόμο, θα σας πω εγώ τι θα πάθετε. ''Το σκέφτηκες πολύ αυτό το επιχείρημα, μεγάλε;" του απάντησε μια κοπέλα, να' ναι καλά. Γαμώ, έτσι;
Πριν λίγα βράδια βρέθηκα να φιλιέμαι έξω από κάποια τουαλέττα μπαρ με ένα παιδί. Το όνομά του ήταν εξωτικό, τον ρώτησα από πού είναι. Από μακριά, μου είπε. Πόσο μακριά, από το φεγγάρι; του λέω. Ναι, μου απαντάει. Έκτακτα, κι εγώ το ίδιο! του απαντώ. Είχε μια φωτογραφική μηχανή κρεμασμένη από το λαιμό του και καθώς καθόμασταν σε έναν καναπέ ακούμπησα το χέρι μου λίγο πιο κάτω για να βολευτώ. Έπιασα κάτι τεράστιο και σκληρό. Πάγωσα. Είναι ο φακός αυτό που πιάνεις, μου λέει. Τέλος πάντων, φιλούσε υπέροχα και είναι σημαντικό αυτό, γιατί ο Χασάπης φιλούσε χάλια (όχι που θα τον άφηνα, Asteroid... είπαμε, post χωρίς Χασάπη δεν έχει νοστιμιά, καλό το κοινωνικό σχόλιο και το υπαρξιακό, αλλά άμα δεν έχει και λίγο από μπαλτά μέσα, τι να το κάνεις...). Το ξέρω ότι ρίχνω το επίπεδο και γίνομαι κατίνα, αλλά θα' σκαγα αν δεν το' λεγα.
Η συνεδρία με τον ψυχαναλυτή χθες ήταν σκληρή και δύσκολη, όπως όλα αυτές τις μέρες. Βρέθηκα μετά σε ένα παγκάκι να κλαίω. Πάλι η Χ. με περιμάζεψε...


Η φωτογραφία είναι από το σπίτι του Γ. την Καθαρή Δευτέρα. Ας με συγχωρήσει ο Asteroid για την επανάληψη, είχα εντυπωσιαστεί με το κεφάλι του Απόλλωνα, άσε που ο Γ. είναι ικανός να έχει το πρωτότυπο στην αυλή του και το ψεύτικο να είναι στο μουσείο...

Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2011


Μόλις γύρισα από έναν καφέ με φίλο που δεν τον βλέπω μεν πολύ συχνά, πάντοτε κάνουμε όμως εύκολα catch-up (ίσως επειδή αποφεύγουμε τα δύσκολα και τις κακοτοπιές κοινή συναινέσει). Κατ' ανάγκην μιλήσαμε για την οικονομική κρίση και την πολιτική κατάσταση. Δε μ' αρέσουν οι συζητήσεις αυτές, γιατί κατά κανόνα είναι φορτωμένες από κοινοτοπίες και είμαι φυγόπονος: προσπαθώ πάντα να ξεχαστώ όσο μπορώ. Παρόλα αυτά ο Μ. προσδιόρισε πολύ σωστά, κατά τη γνώμη μου, κάτι. Πριν όμως μιλήσω για αυτό, θα πρέπει να αναφέρω την (εξίσου πολύ σωστή) κουβέντα αμερικάνας φίλης που έγινε πριν μερικές μέρες: είπε λοιπόν εκείνη ότι πηγαίνεις σε οποιαδήποτε πόλη της Ευρώπης ή της Αμερικής και πιάνεις τον παλμό της πόλης με το που βγαίνεις στο δρόμο και ρίχνεις μια ματιά στους ανθρώπους. Εδώ δεν πιάνεις τίποτε απολύτως. Σα να είναι όλα νεκρά.
Ο Μ. είπε ότι πάντα ήταν έτσι. Εκτός ίσως από μια φάση γύρω στο '81-'85, όπου υπήρχε μια επίπλαστη, βοοειδής ευδαιμονία, μετά ήταν όλα νεκρά. Αλήθεια είναι. Έτσι το θυμάμαι κι εγώ, έτσι έχω εισπράξει την ατμόσφαιρα της χώρας αυτής και κατά την προαναφερθείσα περίοδο και μετά. Το αίσθημα της απονέκρωσης το είχα πολύ έντονο πλέον το πρώτο μισό της δεκαετίας του '90. Μετά το '96 η παγωμάρα ήταν ανυπόφορη και έγινε πολύ χειρότερη στο τέλος της δεκαετίας με εκείνες τις εκρήξεις του πιο κενού life style, τα τεράστια τζιπ σαν περιστερεώνες να μη χωράνε στα σοκάκια του Λυκαβηττού, όπου έμενα, το χρηματιστήριο... Πιο μετά, μετά και το Ευρώ (την ταφόπλακα), ήρθε ο πρωθυπουργός-μοσχαροκεφαλή: με κανένα κόμμα δεν είμαι, αλλά είχα πρόβλημα να βλέπω επί επτά χρόνια τον επικεφαλής της χώρας να είναι κρυμμένος κάπου στα Μεσόγεια και να έχει, στις σπάνιες εμφανίσεις του, βλέμμα πιο χαμένο, κενό και ηλίθιο και από τον τελευταίο junky της Ομόνοιας. Κατά μία έννοια ήταν και ο πιο πετυχημένος πρωθυπουργός που είχαμε ποτέ, κατά το ότι συνόψισε και ενσάρκωσε απόλυτα στο πρόσωπό του την κατάσταση της χώρας που κλήθηκε να διοικήσει (από ποιόν; ούτε κι ο ίδιος δεν έχει καταλάβει ακόμη, αν τον ρωτήσεις).
Εκείνο όμως που δεν είχα σκεφτεί ποτέ ακριβώς όπως το έθεσε ο Μ. ήταν η παρατήρησή του για την ατμόσφαιρα όλα αυτά τα χρόνια: βαρειά και πηχτή, αέρας που δε σε άφηνε ούτε να συγκεντρωθείς, ούτε να κάνεις παραγωγική δουλειά, όποιο κι αν ήταν το αντικείμενό σου, ούτε να εξελιχθείς στο ελάχιστο. Όντως. Αυτό είναι. Παρατήρησα, στο ίδιο πλαίσιο, ότι ακόμη και τα όποια πολιτιστικά και ενδιαφέροντα συνέβαιναν τα παρακολουθούσαμε (όσοι νοιαζόμασταν) με το στανιό σχεδόν, στο όριο της αδιαφορίας και σα να μην το αξίζουμε που τα παρακολουθούμε. Το ίδιο συνέβαινε και στο πανεπιστήμιο, θυμάμαι, και ήταν φοβερό αν αναλογιστεί κανείς τι καθηγητές είχα, μερικά από τα μεγαλύτερα και ιστορικά σχεδόν ονόματα του χώρου, με τεράστια πορεία πίσω τους και συμμετοχή στα κοινά. Καμία ζωή, κανένα κίνητρο.
Αναρωτιέμαι τι ακριβώς χρειάζεται αυτή η χώρα για να ζωντανέψει. Κοιτώντας πίσω, το μόνο που βλέπει κανείς είναι οι πόλεμοι, επισφαλή πολιτικά σχήματα και κρίσεις. Όσο πίσω και να κοιτάξει κανείς, μόνο κάτι τέτοια βλέπει. Και σκοτεινιά. Η μόνη άλλη αντίστοιχη χώρα που ξέρω, με εξίσου αιματοβαμμένη ιστορία και ταλαιπωρία, είναι η Πολωνία. Θα ήθελα να ξέρω αν και οι Πολωνοί είναι το ίδιο νεκροί, όπως εμείς. Πιθανόν. Και πιθανόν να είναι αυτή ακριβώς η ιστορία που οδήγησε τη χώρα στην κατάσταση αυτή. Αλλιώς, όπως παρατήρησε ο Μ., θα πρέπει να καταλήξουμε να πιστεύουμε στις θεωρίες ότι μας ψεκάζουν με κάτι.
Ποτέ δεν την αγάπησα αυτή τη χώρα και ποτέ δεν ένοιωσα ότι ανήκω εδώ. Με πειράζει όμως όλη αυτή η απαξία και ο διασυρμός. Και με πειράζει, θα ξαναπώ, που έχω για ηγέτη μια βλάχα κόρη πάστορα, πιο προτεσταντικής ηθικής και από τον ίδιο το Λούθηρο. Με πειράζει που μετά το λογιστάκο που μας έβαλε στο Ευρώ ήρθε το βόδι με το τσούρμο του από γκάγκστερς του κερατά και που όλοι αυτοί επί επτά χρόνια δεν κάναν τίποτε για να αποτρέψουν έστω και λίγο την τωρινή κατάσταση. Όχι μόνο αυτό, αλλά μπλέχτηκαν σε όλα τα σκάνδαλα, ξεπερνώντας ακόμη και τον Παπανδρέου μπαμπά, και παραμένουν ατιμώρητοι απολαμβάνοντας τους καρπούς των κόπων τους. Με πειράζει η ανημπόρια μου στο όλο θέμα, παρά το δικαίωμά μου της ψήφου. Και, παρόλο που είμαι φανατικός εναντίον της άποψης ότι ''ο λαός πρέπει να πάρει την κατάσταση στα χέρια του'' (απλώς αυτοδικία είναι αυτό όταν συμβαίνει), το είδος της ''άμεσης δημοκρατίας'' που είδαμε με τον Πάγκαλο νομίζω ότι πρέπει να γίνει κανόνας. Λες να γίνω τρομοκράτης στην ηλικία μου; Μόνο αυτό δεν έχω κάνει ακόμη...
Για μια ακόμη φορά όμως ξοδεύτηκα σε πολιτικό σχόλιο και δε μίλησα για τα ουσιώδη - γιατί, αν δε μιλήσεις και λίγο για το Χασάπη, ας πούμε, δεν έχει νοστιμιά το πράγμα, σωστά; Θα μιλήσω όμως την επόμενη φορά. Ψυχοπλακώθηκα τώρα με όλα αυτά και είναι πλέον τόσο το στρίμωγμα του χρόνου και τόση η έλλειψη ύπνου αυτές τις μέρες, που νομίζω ότι θα δημιουργήσω ψυχωσικά σύνδρομα, από αυτά με τα οράματα και τα τέτοια. Δε θα' ναι κι άσχημα, να σου πω, μπορεί και να περάσω καλύτερα.

Η φωτογραφία είναι από μια ακόμα βραδιά ακολασίας με τον Α. (και μερικούς guest stars). Ευτυχώς που έχουμε και τα μαρτίνια και τη βγάζουμε, γιατί αλλιώς δε με βλέπω καθόλου καλά!...